Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ

 Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Στους γονείς μου,
που με κράτησαν όρθιο στα πρώτα μου βήματα,
που ξαγρύπνησαν στο προσκεφάλι μου,
που μου έμαθαν τι θα πει φιλότιμο χωρίς να μου το πουν ποτέ με λόγια.

Και σε όλους εκείνους τους γονείς,
που πάλεψαν με ιδρώτα και δάκρυ,
που στέρησαν από τον εαυτό τους για να μη στερηθούν τα παιδιά τους,
που σήκωσαν τον σταυρό τους αδιαμαρτύρητα
για να παραδώσουν έναν κόσμο λιγότερο άδικο,
λιγότερο σκληρό,
πιο ανθρώπινο.

Αυτοί ήταν οι πρώτοι μου «παππούδες-Γιακουμήδες».
Από αυτούς άκουσα τις πρώτες ιστορίες.
Σε αυτούς χρωστάω που έμαθα να μην ξεχνάω.

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν τον έλεγαν Γιακουμή.
Γιακουμής ήταν το παρατσούκλι που του κόλλησαν στο χωριό γιατί, λέει, έμοιαζε στον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο – καλοσυνάτος, λιγομίλητος, με μάτια που σε κοιτούσαν και διάβαζαν μέσα σου.

Εγώ τον φώναζα «παππού». Δεν μου ήταν τίποτα. Ήταν όμως τα πάντα.

Καθόταν στο πεζούλι έξω από το σπίτι του, δίπλα στη γλάστρα με τον βασιλικό. Έστριβε τσιγάρο, ρουφούσε, κοίταζε τον δρόμο και περίμενε. Δεν ξέρω τι περίμενε. Ίσως εμάς τα παιδιά, να περάσουμε από μπροστά του. Ίσως τον Χριστό, να περάσει για δεύτερη φορά από τον κόσμο.

Όταν καθόσουν δίπλα του, δεν σου έκανε κήρυγμα. Σου έλεγε ιστορία.
Για τον εμποράκο που πήρε την φτωχή κόρη.
Για τον κυρ-Γιώργη που πέθανε μόνος του την Ανάσταση.
Για τον άντρα που φώναζε στη γυναίκα του «είσαι μια άχρηστη».
Για τον Χριστό που ανέβηκε στο γαϊδουράκι και για τον όχλο που φώναξε «Βαραββά».

Δεν τις στόλιζε τις ιστορίες. Σου τις έλεγε ωμές, όπως είναι η ζωή.
Και στο τέλος δεν σου έλεγε «ηθικό δίδαγμα». Σε κοιτούσε μόνο με εκείνα τα μάτια και σου έλεγε:
«Εσύ κατάλαβες».

Πολλές φορές θύμωνα μαζί του. Ήταν σκληρός. Δεν χάιδευε.
«Γιατί τα λες έτσι, παππού; Πληγώνεις τον κόσμο», του είπα μια φορά.
Σούφρωσε τα φρύδια. Ρούφηξε το τσιγάρο του.
«Γιατί η αλήθεια, παιδί μου, αν δεν σε πληγώσει, δεν σε γιατρεύει. Αν δεν κλάψεις, δεν ανασταίνεσαι».
Μετά χαμογέλασε. «Κι εγώ δεν είμαι γιατρός. Παππούς είμαι. Και οι παππούδες λένε την αλήθεια, γιατί δεν έχουν χρόνο για ψέματα».

Έφυγε ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη. Δεν είχε κάνει κηδεία, δεν είχε παπάδες. Το ζήτησε. «Τι να τους κάνω;» είπε. «Εγώ με τον Θεό τα είπα. Αυτός ξέρει».
Πριν φύγει με φώναξε. Μου έπιασε το χέρι.
«Αυτές τις ιστορίες που σου έλεγα, να μην τις κρατήσεις για σένα. Είναι αμαρτία να θάβεις την αλήθεια. Μοίρασέ τες. Κι αν σε βρίσουν, να θυμάσαι: Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ παραμυθία. Όχι εγώ ο Γιακουμής. Αυτός.»

Αυτό το βιβλίο δεν είναι δικό μου.
Είναι οι ιστορίες του.
Είναι το τσιγάρο του που καίει ακόμα.
Είναι τα μάτια του που σε κοιτούν από τις σελίδες και σου λένε: «Εσύ κατάλαβες».

Δεν σου ζητάω να συμφωνήσεις.
Σου ζητάω να μην ξεχάσεις.

Γιατί αν ξεχάσεις, χανόμαστε όλοι.
Και τότε, ποιος θα μας πει ιστορίες;


Αφιερωμένο σε όλους τους παππούδες που έγιναν Γιακουμήδες.
Και σε όλα τα παιδιά που έγιναν εγγόνια, ακούγοντας.

 

 

 

 

 

 

 

Μέρος Α΄: Οι Παραβολές της Καρδιάς

Ο εμποράκος κι η φτωχή κόρη

 

Μια ιστορία από τις πολλές που μας έλεγε ο παππούς-Γιακουμής θυμήθηκα εχθές. Μια ιστορία που σκέφτηκα πως καλό θα ήταν να τη μοιραστώ μαζί σας.

«Πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένα φτωχό ζευγάρι που είχε μια μοναχοκόρη. Και οι τρεις δούλευαν σκληρά στο μικρό πανδοχείο που διατηρούσε ο πατέρας λίγο έξω από το χωριό, όμως τα χρήματα που έβγαζαν από τους περαστικούς που σταματούσαν για να ξαποστάσουν, να φάνε και να ξεδιψάσουν τα άλογά τους, ήταν ελάχιστα.

Μια μέρα, ο πατέρας είπε στη γυναίκα του ότι με τα ελάχιστα χρήματα που βγάζουν δεν μπορούν να προσφέρουν στην κόρη τους όλα όσα χρειάζεται: να πάει σχολείο, να έχει καλά ρούχα, να μπορεί να παίξει με τα άλλα παιδιά. Πρότεινε, λοιπόν, να τη δώσουν σε κάποια άλλη οικογένεια που θα μπορούσε να της προσφέρει όλα όσα αυτοί δεν μπορούσαν.

Εξάλλου, παιδιά μου –μας είπε ο παππούς Γιακουμής– εκείνα τα χρόνια, συνηθιζόταν οι φτωχές οικογένειες να δίνουν τα παιδιά τους σε εύπορες οικογένειες, είτε σαν ψυχοπαίδια, είτε σαν παραδουλεύτρες, είτε ακόμα και για υιοθεσία, όχι γιατί δεν τα αγαπούσαν αλλά γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα να τα θρέψουν, να τους προσφέρουν ένα πιάτο φαΐ. Έτσι, με βαριά καρδιά, τα έδιναν ευχόμενοι τα παιδιά τους να πέσουν σε καλά χέρια.

Η γυναίκα συμφώνησε και είπε στην κόρη της την απόφαση που ήταν για το καλό της. Το κορίτσι, με δάκρυα στα μάτια, δέχθηκε γιατί κι αυτό είχε διαπιστώσει πως δεν ήταν λίγες οι φορές που οι γονείς της κοιμόντουσαν νηστικοί και το λιγοστό φαΐ που είχαν το έδιναν σε εκείνη.

Έτσι, από την άλλη μέρα, με τρόπο ο πατέρας έλεγε στους πελάτες την απόφασή του να δώσει την κόρη του και περίμενε πως κάποιος από όλους θα την έπαιρνε κοντά του για να τη μεγαλώσει.

Αξιωματούχοι, άρχοντες, πλούσιοι έδειχναν το ενδιαφέρον τους κι έλεγαν στον πατέρα πως ήθελαν να πάρουν στο σπίτι το κορίτσι, αλλά εκείνος το ανέβαλε συνεχώς.

Μια μέρα είπε στη γυναίκα του:

·         Γυναίκα, αποφάσισα να δώσουμε την κόρη μας σε εκείνον τον εμποράκο που μια φορά τον μήνα περνά από το χάνι και τρώει ένα πιάτο φαΐ.

·         Μα, άντρα μου, του απάντησε εκείνη, αυτός φαίνεται να μην είναι πολύ πλούσιος. Τόσοι πλούσιοι και τρανοί μας έχουν ζητήσει την κόρη μας. Σ’ αυτόν, που κουβαλάει μια παλιά τσάντα, που φορά πολυφορεμένα ρούχα όποτε τον βλέπουμε, σ’ αυτόν θα τη δώσεις;

·         Είπαμε, γυναίκα, να δώσουμε την κόρη μας σε μια οικογένεια που θα την αγαπήσει σαν δικό της παιδί, που θα της προσφέρει όλα όσα εμείς δεν μπορούμε. Όχι μεταξωτά φορέματα, πλούτη, μεγαλεία, αλλά αγάπη, μόρφωση, να τη μεγαλώσει σαν παιδί που είναι μέχρι να γίνει γυναίκα, προσφέροντάς της μια καλή και χαρούμενη ζωή.

·         Ναι, αλλά τα χρήματα δίνουν την ευτυχία, άντρα μου, απάντησε η γυναίκα. Για δες εμάς; Δίνουμε τη μονάκριβη κόρη μας γιατί δεν έχουμε χρήματα. Αν είχαμε, όχι μόνο δεν θα τη δίναμε, αλλά θα της προσφέραμε όλα τα καλά του κόσμου.

·         Έχεις δει, γυναίκα, όλοι αυτοί οι πλούσιοι, οι τρανοί που μου λες, πώς κοιτάζουν την κόρη μας όταν έρχονται; Άλλοι με λύπηση, άλλοι σαν δούλα, άλλοι αδιάφορα. Αυτός όμως ο εμποράκος, έχεις δει με πόση πατρική αγάπη την κοιτάζει; Τον έχεις δει πόσο ευτυχισμένα γελάει όταν παίζει μαζί της; Ναι, δεν είναι τόσο πλούσιος όπως οι άλλοι. Όμως, γυναίκα, αγαπάει την κόρη μας όπως εμείς. Τη βλέπει σαν παιδί του. Και σ’ αυτόν θα τη δώσω.

Την απόφασή του αυτή την είπε και στην κόρη του.
Έτσι, την ημέρα που μπήκε στο πανδοχείο ο εμποράκος, ο πατέρας του ανακοίνωσε την απόφασή του. Ο εμποράκος χάρηκε και έδωσε την υπόσχεση ότι όχι μόνο θα την έχει σαν παιδί του, γιατί όπως είπε με τη γυναίκα του δεν είχαν αποκτήσει παιδιά, αλλά θα φρόντιζε να τους επισκέπτεται η κόρη, όπως και οι γονείς θα μπορούσαν να τη βλέπουν όποτε ήθελαν.

·         Μόνο θα σας παρακαλούσα να περιμένετε λίγες ημέρες για να σας δώσω τη διεύθυνση, γιατί μετακομίζουμε σε άλλο σπίτι, τους είπε.

Ο εμποράκος πήρε το κορίτσι κι έφυγε, ενώ οι γονείς έμειναν στο πανδοχείο αγκαλιασμένοι, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον λέγοντας πως επιτέλους η κόρη τους θα μεγάλωνε χωρίς στερήσεις.

Δεν πέρασε ούτε εβδομάδα όταν στο πανδοχείο μπήκε ένας καλοντυμένος άνδρας, ο οποίος τους συστήθηκε ως δικηγόρος. Τους είπε πως ένας πλούσιος πελάτης του απεβίωσε και πως στη διαθήκη του τούς άφησε μοναδικούς κληρονόμους. Άνοιξε την τσάντα του κι έβγαλε από μέσα ένα βαρύ πουγγί με χρυσά νομίσματα λέγοντας πως αυτά είναι πλέον δικά τους. Ο άντρας αρνήθηκε να τα πάρει λέγοντας πως δεν είχε ακούσει ποτέ από τους γονείς του πως είχαν πλούσιο συγγενή. Όμως ο δικηγόρος έβγαλε από την τσέπη του ένα έγγραφο με τη βούλα του δικαστηρίου που επιβεβαίωνε τα λεγόμενά του και το άφησε στο τραπέζι, λέγοντας πως αν ποτέ κανείς τους ρωτήσει πού βρήκαν τα χρήματα, να του δείξουν αυτό το έγγραφο.
Αμέσως μετά έφυγε.

·         Αχ! Άντρα μου! δεν μπορούσε να έχει έρθει αυτό το καλό λίγες μέρες πιο πριν, να μην είχαμε δώσει την κόρη μας! είπε με λυγμούς η γυναίκα.

Μέρος των χρημάτων ο άντρας τα χρησιμοποίησε για να ανακαινίσει το πανδοχείο, ενώ τα άλλα τα έβαλε στην άκρη για τις δύσκολες μέρες.

Μια μέρα, όπως αγνάντευε από το παραθύρι τον δρόμο που ερχόταν από την πόλη, είδε πολλά άλογα με στρατιώτες και μια μεγαλοπρεπή άμαξα να έρχονται προς το πανδοχείο. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε κάτι τέτοιο. Φώναξε και τη γυναίκα του και βγήκαν έξω να θαυμάσουν το ωραίο αυτό θέαμα.

Όμως έκπληκτοι είδαν την άμαξα να σταματάει μπροστά τους και να κατεβαίνουν από αυτήν η κόρη τους, ντυμένη με πανέμορφα ρούχα, ο εμποράκος, που αυτή τη φορά φορούσε μια λαμπρή στολή, και μια γυναίκα.

Η κόρη έπεσε στην αγκαλιά των γονιών της και τους είπε πως ο εμποράκος ήταν ο βασιλιάς της χώρας, που συνήθιζε να ντύνεται με απλά ρούχα, να γίνεται ένας από τους πολίτες της χώρας του, να πηγαίνει στα σπίτια και στα πανδοχεία για να διαπιστώνει ο ίδιος τα προβλήματα του λαού του, να ακούει με τα αυτιά του τα παράπονά τους, τις ανάγκες τους.

Ο βασιλιάς τούς είπε πως από την πρώτη ημέρα που μπήκε στο πανδοχείο εντυπωσιάστηκε από την καλή συμπεριφορά τους, διαπίστωσε τις ανάγκες τους και λάτρεψε την κόρη τους σαν δικό του παιδί.

·         Αυτό το ανέμελο γέλιο της, αυτή η καλοσύνη της, με έκανε να την ξεχωρίσω, είπε κοιτώντας με αγάπη την κόρη. Κι εσείς, όποτε θέλετε, μπορείτε να έρχεστε στο παλάτι να τη βλέπετε. Αν μάλιστα θελήσετε κάποτε να αφήσετε το πανδοχείο και να ξεκουραστείτε, υπάρχει το δικό σας δωμάτιο στο παλάτι που σας περιμένει! είπε ο βασιλιάς.

Τέλος, τους είπε πως τον δικηγόρο που τους έδωσε το πουγγί με τα χρυσά νομίσματα τον έστειλε αυτός, γιατί ήθελε από εδώ και μπρος να ζουν χωρίς στερήσεις οι γονείς της κόρης που πήρε κοντά του.

Έτσι, παιδιά μου, αυτή η ιστορία, που ξεκίνησε με στεναχώρια και δάκρυα, τελείωσε όμορφα, μας είπε τελειώνοντας ο παππούς Γιακουμής, προτρέποντάς μας να σκεφτούμε τις συμπεριφορές των πρωταγωνιστών της ιστορίας και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Μετά από καιρό, ο παππούς Γιακουμής με συνάντησε στον δρόμο και μου ζήτησε να του πω ποια συμπεράσματα έβγαλα από την ιστορία.
Του απάντησα πως το παιχνίδι δεν με άφησε να σκεφτώ, τον παρακάλεσα όμως να μου πει τα δικά του συμπεράσματα, σαν σοφότερος που ήταν.

Ο παππούς Γιακουμής σούφρωσε τα φρύδια του και μου είπε:

·         Θα σου πω τις σκέψεις μου μόνο για τον πατέρα και τον βασιλιά, γιατί σε αυτούς βασίζεται η ιστορία. Ο πατέρας ήθελε να δώσει το παιδί του, το σπλάχνο του, σε κάποιον που θα το αγαπούσε όπως αυτός. Ο πατέρας ήθελε να δώσει την καρδιά του –γιατί η κόρη του ήταν η καρδιά του– σε κάποιον που άξιζε να την πάρει, κι όχι να την πουλήσει για όλο το χρυσάφι του κόσμου ή να την πετάξει σε άχρηστα χέρια. Αυτό μας διδάσκει η ιστορία. Πως πρέπει να κάνουμε κι εμείς με τη δική μας καρδιά.
Ο βασιλιάς μας δείχνει τον υπεύθυνο άρχοντα, που στα χέρια του έχει τις τύχες του λαού του, την υποχρέωσή του να γνωρίζει καλά τις ανάγκες του και να μη στηρίζεται στα λόγια των αυλικών. Γι’ αυτό, δεν πήγαινε στην πόλη με τα βασιλικά ρούχα, γιατί θα τον αναγνώριζαν και θα του έλεγαν αυτά που ήθελε να ακούσει κι όχι τα προβλήματά τους. Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να κυβερνούν τον κόσμο, αλλά πού να τους βρεις! είπε ο παππούς Γιακουμής φεύγοντας.

Δεν είχε κάνει ούτε δέκα βήματα όταν γύρισε το κεφάλι του πίσω και μου είπε με αυστηρή φωνή:

·         Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ! Με ακούς; Ποτέ!
Και πράγματι, όχι μόνο δεν την έχω ξεχάσει, αλλά τη μοιράζομαι και μαζί σας…

 

Το Πάσχα του κυρ – Γιώργη

Κάθισε αποκαμωμένος ο κυρ-Γιώργης.
Τα πόδια του δεν αντέχουν πια να περπατάει ώρες ατέλειωτες, ψάχνοντας να βρει μια γωνιά να ξαποστάσει, ένα κομμάτι ψωμί για να φάει.
Κι όμως. Ο κυρ-Γιώργης ήταν πριν μερικά χρόνια ένας ευκατάστατος κύριος, ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης.

Τα ροζιασμένα χέρια του έβγαλαν από την τσέπη του σακακιού του ένα ματσάκι φωτογραφίες. Αυτές ήταν όλο το βιος του, αυτές ήταν όλη η ζωή του.
Τα κουρασμένα μάτια του δεν έβλεπαν πια καθαρά. Όμως, σαν ένας δικός του ήλιος φωτεινός και ζεστός, έβγαλε τις σκιές από τη ματιά του. Τώρα μπορούσε να δει τις φωτογραφίες.

Να η γλυκιά γυναικούλα του. Το κορίτσι με τα κατάμαυρα μαλλιά που πρωτογνώρισε σε μια φτωχική γειτονιά του Πειραιά, νέος τότε κι αυτός.
Το ζεστό της γέλιο ακόμα αντηχεί στα αυτιά του σαν χαρμόσυνη καμπάνα που στέλνει μηνύματα αισιοδοξίας, ζωής, αγάπης.
Αχ! Πόσο τη λάτρεψε! Πόση αγάπη του χάρισε! Και πόσο γρήγορα έφυγε από κοντά του…

Μη μου θυμώνεις, Γιώργη μου, που σ’ αφήνω. Να ξέρεις, θα είμαι πάντα κοντά σου, να σου χαϊδεύω τα μαλλιά, να σ’ αγκαλιάζω, να σε παρηγορώ. Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ μόνο…

·         Πού ’σαι, Ελένη μου, τώρα; φώναξε με πόνο ο κυρ-Γιώργης, κι ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, χαράζοντας ένα ακόμη αυλάκι στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.

Τα μάτια του σταμάτησαν στη δεύτερη φωτογραφία, της κορούλας του της αγαπημένης.
Στη θύμησή του έρχονται ξέγνοιαστες στιγμές, στιγμές ανείπωτης χαράς, τότε που την πρωτόπιασε στην αγκαλιά του, νεογέννητο μωρό ακόμα.

·         Ίδια η μάνα σου είσαι, κορούλα μου! είπε και τη φίλησε με αγάπη.

Με τρεμάμενα χέρια φέρνει μπροστά του μια άλλη φωτογραφία. Είναι ο γιος του, το καμάρι του, ο λεβέντης του.

·         Α! Παλικαρά μου, ποιος θα σταθεί μπροστά σου; του έλεγε όταν τον έβλεπε να γυμνάζεται με τα αυτοσχέδια βάρη στην αυλή του σπιτιού.

Να και η τελευταία φωτογραφία, τότε που γιόρτασαν για τελευταία φορά όλοι μαζί την Ανάσταση.
Αγκαλιασμένοι, με τις λαμπάδες στο χέρι, γυρίζανε από την εκκλησιά.

·         Μια φωτογραφία, παρακαλώ, για να θυμάστε αυτή την ευτυχισμένη στιγμή, τους είπε ο φωτογράφος κι αυτοί χαμογέλασαν στον φακό.
Ήταν η τελευταία φωτογραφία που έβγαλε με τα παιδιά του ο κυρ-Γιώργης.

Λίγες μέρες μετά, σε μια εκδρομή, χάθηκαν τα βλαστάρια του, χάθηκε η ζωή του.
Η είδηση ήταν μαχαιριά στην καρδιά του, τα μαλλιά του άσπρισαν μέσα σ’ ένα βράδυ. Αυτό το κακό ήταν που μαράζωσε και την Ελένη του, την αγαπημένη γυναικούλα του, τον ήλιο της καρδιάς του.
Δεν άντεξε η κυρα-Ελένη στη συμφορά που τους βρήκε κι έφυγε κι αυτή για να πάει να βρει τα παιδιά της εκεί ψηλά.

·         Πού ’σαι, Ελένη μου, τώρα; φώναξε με πόνο ο κυρ-Γιώργης, κι ένα ακόμη καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, χαράζοντας ένα ακόμη αυλάκι στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.

·         Γεια σου, παππούλη!
Ποιος τον φωνάζει;
Σκούπισε τα μουσκεμένα μάτια του κι είδε μπροστά του ένα κοριτσάκι. Ίδια η κόρη του, η Αννούλα του!

·         Γεια σου και σένα, κοριτσάκι μου, της είπε ο κυρ-Γιώργης με τρεμάμενη φωνή.

·         Τι κάνεις εδώ μοναχούλης, παππού; τον ρώτησε το κοριτσάκι. Έλα στην εκκλησιά, σε λίγο ο Χριστός θα Αναστηθεί!

·         Πήγαινε εσύ, γλυκιά μου, στην Ανάσταση. Εγώ δεν έχω δύναμη να πάω στην εκκλησιά. Ούτε λίγα λεπτά δεν έχω για να Του ανάψω ένα κεράκι, για να με συγχωρέσει για τα λάθη μου, της είπε ο κυρ-Γιώργης.

·         Να! Πάρε τα δικά μου λεπτά. Εμένα ο μπαμπάς μου θα μου πάρει λαμπάδα, είπε το κοριτσάκι και του έβαλε λίγα κέρματα στη χούφτα του.

Είδε τη σκιά της να ξεμακραίνει.
Πόσο του θύμιζε την Αννούλα του!
Μα να! Κι άλλοι έρχονται! Κι άλλοι πάνε στην εκκλησιά! Είναι μια γυναίκα με δύο παιδιά. Πίσω τους ένας άνδρας, παράξενα ντυμένος, αλλά τόσο γλυκός, τόσο ήρεμος.

·         Σου είπα, Γιώργο, πως δεν θα σ’ αφήσω ποτέ μόνο, άκουσε να του λέει μια γνώριμη φωνή. Έλα μαζί μας.

·         Ένα ασθενοφόρο, γρήγορα! φώναξε ένας περαστικός έντρομος, βλέποντας μπροστά του έναν πεσμένο άνθρωπο.

·         Κάντε στην άκρη, είμαι γιατρός! είπε ένας άλλος κι έσκυψε πάνω του.

·         Είναι νεκρός, είπε με θλίψη.

Ο γιατρός κοίταξε με προσοχή το άψυχο σώμα. Πόσο ευτυχισμένο έδειχνε το πρόσωπό του, αν και φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένος!
Πρόσεξε πως στα χέρια του κάτι κρατούσε. Άνοιξε το ένα χέρι του κι είδε λίγες παλιές, ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Στο άλλο είχε λίγα κέρματα. Τα είχε για να ανάψει το δικό του κερί. Ήταν για το κερί της Ανάστασης του κυρ-Γιώργη…

 

Η θαυματουργή αγάπη της μάνας

Όταν η Εύα έφευγε από τον παράδεισο μετά το προπατορικό αμάρτημα, δεν φανταζόταν ότι μπορούσε κάποια απόγονός της να δεχθεί όχι απλά τη συγχώρεση του Θεού, αλλά την ευλογία Του. Μια ευλογία πολύ μεγαλύτερης αξίας από εκείνη που της είχε δώσει όταν την δημιούργησε από την πλευρά του Αδάμ.

"Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε" τους είχε πει. Και από τότε ο άνθρωπος γεννούσε άνθρωπο. Αυτό γινότανε μέχρι την ημέρα εκείνη που ο Θεός αποφάσισε να στείλει τον μονογενή Του στη γη.

Πολλούς τρόπους είχε για να κατέβει στη γη ο Χριστός. Μπορούσε να παρουσιασθεί με ανθρώπινη μορφή, σαν ταξιδιώτης από ξένη χώρα. Με θεϊκή παρουσία, επιβάλλοντας μέσα από τον φόβο, το θέλημά Του. Προτίμησε όμως να παρουσιασθεί όπως γεννιέται η χαρά, η ελπίδα. Μέσα από τον ίδιο, τον αμαρτωλό άνθρωπο, τον εκπεσόντα.

Έτσι η Μαρία, του Ιωακείμ και την Άννας, κρίθηκε η πλέον αμόλυντη για να δεχθεί το σπέρμα της Σωτηρίας, το φως της Αλήθειας στην μήτρα Της. Και η γέννηση αυτή απετέλεσε μέγιστη τιμή για τον άνθρωπο και ειδικότερα ύψιστη ευλογία για την γυναίκα, τη μάνα. Από τότε η θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία αναβαθμίστηκε. Όμως κανένας τίτλος, κανένα μετάλλιο, καμία υλική αμοιβή, δεν μπορεί ν’ αντισταθμίσει την πολύτιμη συμβολή της στην ανθρωπότητα.

Από τα πρώτα στάδια της κύησης η μάνα αρχίζει την επιμόρφωση του βρέφους. Του μιλά, του τραγουδά, το χαϊδεύει, ύπαρξη πλέον και αυτό στα σπλάχνα της. Τα συναισθήματά της αντανακλώνται πάνω του. Οι οδύνες του τοκετού απαλύνονται στη σκέψη της γέννησης του παιδιού της, της σάρκας της.

Η τροφός μάνα μεγαλώνει το παιδί της με το γάλα της, με το αίμα της. Είναι η ίδια τροφή για το βρέφος της, αυτό το θείο πλάσμα. Ποιος δεν θυμάται τη μάνα εκείνη που ταΐζε το παιδί της με το αίμα της, πλακωμένη κάτω από τα ερείπια μιας πολυκατοικίας μετά από έναν καταστρεπτικό σεισμό; Ο θηλασμός - έχει αποδειχθεί πλέον - ωφελεί στην ψυχοσυναισθηματική ισορροπία του παιδιού. Προσέχετε τα μάτια του όταν θηλάζει. Είναι στραμμένα στη ματιά της μάνας. Και αυτή η διασταύρωση των ματιών μαζί με τη ζεστή σάρκα της μάνας, δίνει στο παιδί την σιγουριά, την ασφάλεια, την αγάπη. Έτσι η ανάπτυξή του, ψυχική και σωματική, γίνεται ομαλά.

Η ακάματη μάνα, ξαγρυπνά στο προσκεφάλι του άρρωστου παιδιού της, δίνοντάς του την γιατρειά μέσα από τη φροντίδα της, τ’ απαλό της χάδι, την στοργή της. Ναι, και τα φάρμακα συμβάλλουν. Μα πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για περιπτώσεις ασθενών που παρότι έχουν την καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αρνούνται να γίνουν καλά επειδή τους λείπει η αγάπη;

Θαυματουργή η αγάπη της μάνας. Βότανο στις πληγές, βάλσαμο στους πόνους.

Η παιδαγωγός μάνα επιμορφώνει το παιδί της. Του διδάσκει την αρετή, την εγκράτεια, την τιμιότητα. Το οδηγεί στα πρώτα του βήματα μέσα στη ζωή και κατόπιν το παρακολουθεί από κοντά όταν δοκιμάζεται μέσα στην κοινωνία. Δεν το κρατά στην αγκαλιά της. Το προστατεύει από τους κινδύνους που αυτή γνωρίζει. Ακόμα και στο βασίλειο των ζώων γίνεται αυτό. Η αντίληψη που υπάρχει σήμερα να έχουν τα παιδιά απόλυτη ελευθερία, είναι εγκληματική. ΠΡΕΠΕΙ να είμαστε ΔΙΠΛΑ στο παιδί. Δόρυ στους στόχους του και ασπίδα στους κινδύνους που το παραμονεύουν. Και η πραγματική μάνα είναι και τα δύο.

Η αυτοθυσία της μάνας για το παιδί έχει γίνει θέμα σε πολλά διηγήματα, σε πολλά ποιήματα. Όμως καμία πένα, ακόμα και του πιο πολυτάλαντου συγγραφέα, δεν μπορεί ν’ αποδώσει όχι την πράξη, όχι το γεγονός κάτι που είναι τόσο απλό, όσο τον ψυχικό κόσμο της μάνας τη στιγμή που κινδυνεύει το παιδί της. Η αδύναμη γυναίκα μεταβάλλεται σε υπερφυσικό πλάσμα που μπορεί να σπάσει, να συντρίψει, να προσπεράσει κάθε τι που στέκεται εμπόδιο στο δρόμο που οδηγεί στο παιδί της. Βάζει τα στήθια της, το κορμί της, μπροστά στα βέλη του κινδύνου που το απειλούν. Καταθέτει τη ζωή της στα πόδια του κάθε δικαστή που το δικάζει. Τα δάκρυα των μανάδων όλου του κόσμου που έχουν χυθεί για τα παιδιά τους είναι αγίασμα. Αιώνιο παράδειγμα οι παρακλήσεις της αγιασμένης μάνας του Ιερού Αυγουστίνου.

Οι προσευχές και οι παρακλήσεις της μάνας, είναι οι αιτίες που ο Θεός σκύβει ακόμα πάνω στον άνθρωπο. Για χάρη της ευλογημένης μάνας.

Η μεγαλόκαρδη μάνα συγχωρεί όλα τα λάθη, όλες τις πικρές κουβέντες, όλα τα σφάλματα του παιδιού της. Και αυτή η συγνώμη, η γλυκεία της ματιά, είναι που λυγίζει μπροστά της και τον πιο σκληρόκαρδο, τον πιο άπονο. Στην αγκαλιά της μάνας λυγίζουν και οι ατσάλινοι άνδρες! Όσα βάσανα, όσες στενοχώριες και αν τη χτυπούν, στα χείλη της θα έχει πάντα ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο, δώρο στο στολίδι της, το παιδί της.

Μάνα, η πιο γλυκιά λέξη, όπως λέγει και ο ποιητής.

Δύσκολος ρόλος, δυσβάσταχτο φορτίο. Η ελληνική κοινωνία, με τους παραδοσιακούς οικογενειακούς δεσμούς, δεν πρέπει παρασυρμένη από μοντέρνες αντιλήψεις να υποβαθμίζει ή να μειώνει τον ρόλο της μάνας. Αντίθετα πρέπει η κάθε κοπέλα, η νέα υποψήφια σύζυγος, να γνωρίζει πως ο γάμος δεν είναι διέξοδος που θα της επιτρέψει να κάνει τη δική της, ελεύθερη ζωή, έξω από το πατρικό σπίτι, αλλά ο δύσβατος δρόμος της συνδημιουργίας με τον άνδρα της, της ολοκλήρωσής της ως προσωπικότητα, σαν μονάδα δημιουργίας. Της προσπάθειας συνδημιουργίας με τον άνδρα του λαμπρού οικοδομήματος που λέγεται οικογένεια. Η αγάπη τους θα γίνει έκφραση, μέσα από το πρώτο χαμόγελο του παιδιού τους. Και ο επίγειος παράδεισος, μα και ο Γολγοθάς που θ’ ανέβουν πιασμένοι χέρι - χέρι, όλοι μαζί, όπως αρμόζει σε μια χριστιανική οικογένεια, θα τους οδηγήσει στην απόλυτη ευτυχία.

Το κορίτσι - μέλλουσα μητέρα - πρέπει να ξέρει ότι μόνο αν προφυλάξει τον εαυτό της, αν αποφύγει τις καταχρήσεις, αν καλλιεργήσει τον εσωτερικό και πνευματικό της κόσμο θα μπορέσει να εκπληρώσει τον προορισμό της. Η προσέγγιση στην ορθοδοξία βοηθά τον άνθρωπο, του γίνεται οδηγός και στήριγμα στις δύσκολες στιγμές όπως αυτές της γέννας. Με αμόλυντο σώμα, με την σκέψη στραμμένη σ’ Αυτόν φέρνει στον κόσμο έναν καινούργιο άνθρωπο, έναν μικρούλη Χριστό, η ευλογημένη Μάνα. Αυτή η Μάνα που τόσα της χρωστάμε όλοι εμείς.

 

Μέρος Β΄: Ο Καθρέφτης της Εποχής μας

 

Πόσο εγωιστές είμαστε;

Ζούμε σε μια παράξενη εποχή. Σε μια εποχή που η ανθρώπινη ζωή έπαψε να έχει αξία, που τα αξιώματα κατακτώνται με πλάγιους κι όχι τίμιους τρόπους, που οι σχέσεις των ανθρώπων κρύβουν τις περισσότερες φορές υποκρισία και μικρότητα.
Γι’ αυτό πολλές φορές νιώθουμε τόσο απελπιστικά μόνοι, τόσο απογοητευμένοι, τόσο χαμένοι στον δύσβατο δρόμο της ζωής.

Αναρωτιούνται πολλοί πώς έφτασε η κοινωνία μας σε αυτό το κατώτατο σημείο κοινωνικής συμπεριφοράς, κι ανάλογα δίνουν τη δική τους ερμηνεία.
Φταίνε οι πολιτικοί, φταίει το κεφάλαιο, φταίνε οι παπάδες, φταίνε πάντα όλοι οι άλλοι. Όμως εμείς ποτέ δεν ευθυνόμαστε για όλα όσα έχουν γίνει, για όλα όσα πιστεύουμε ότι μας πληγώνουν.

Αλήθεια, πόσο εγωιστές είμαστε για να μη μπορούμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας; Να ανατρέξουμε στο παρελθόν όχι μόνο για να βρούμε τα λάθη μας αλλά και για να τα αναγνωρίσουμε; Πότε επιτέλους θα παραδεχθούμε πως για πολλά από όσα αρνητικά συμβαίνουν γύρω μας, έχουμε κι εμείς το δικό μας μερίδιο ευθύνης;

Αν προηγουμένως δεν ανακαλύψουμε, αναγνωρίσουμε και παραδεχθούμε τα λάθη που κάναμε στο παρελθόν, πώς θα αποφύγουμε την επανάληψή τους σήμερα ή αύριο;
Η αναγνώριση του λάθους προσφέρει στον άνθρωπο ψυχική κάθαρση, όσο κι αν νιώθει ένοχος. Ταυτόχρονα όμως τον εμποδίζει να το επαναλάβει, τον οδηγεί σε έναν πιο ανθρώπινο δρόμο, σε μια καλύτερη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο απέναντι στα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος όσο και με τους άλλους συνανθρώπους του.

Όταν όμως αυτός πιστεύει πως όλα όσα έχει πράξει είναι σωστά, πως για όλες τις ολέθριες καμιά φορά αποφάσεις -δικές του ή αυτών που ασκούν την όποια εξουσία- δεν έχει καμία ευθύνη, τότε αυτός ο άνθρωπος δύσκολα θα μπορέσει να γιατρευτεί από την ασθένεια του άκρατου εγωισμού. Δύσκολα θα μαλακώσει τη σκληρή και μολυσμένη καρδιά του.

Εγωιστής είναι ο άνθρωπος όχι μόνο αυτός που δεν παραδέχεται το λάθος του, αλλά κι εκείνος ο οποίος δεν δέχεται πως κάποιος άλλος συνάνθρωπός του διαθέτει περισσότερα προσόντα από τα δικά του, είναι καλύτερος σε συγκεκριμένους τομείς.
Ο εγωιστής άνθρωπος υποτάσσεται σε όποιον ασκεί εξουσία, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και τις γνωριμίες των άλλων για να αναρριχηθεί στις θέσεις που έχει βάλει σαν στόχο, γίνεται αδίστακτος δυνάστης σε όλους εκείνους που βρίσκονται κάτω από τις εντολές του.

Ο εγωιστής άνθρωπος καμία απολύτως σχέση δεν έχει με τον καλώς εννοούμενο, επιεική άνθρωπο.

Ο επιεικής άνθρωπος δεν αδικεί τον συνάνθρωπό του κι επομένως δεν δέχεται την αδικία, από όπου κι αν αυτή προέρχεται. Αντιδρά κατά της αδικίας με τρόπο νουθεσίας κι όχι τιμωρίας, προκειμένου αυτή να αποκατασταθεί.
Ο εγωιστής άνθρωπος οργίζεται μόνο όταν αυτός αδικείται και στρέφεται με μένος κατά παντός υπευθύνου και μη, ενώ αντίθετα δεν νοιάζεται αν αδικούνται συνάνθρωποί του.

Ο επιεικής άνθρωπος έχει αρχές τις οποίες προσπαθεί να υπηρετήσει σωστά.
Ο εγωιστής άνθρωπος καταπατάει και περιφρονεί κάθε ηθικό φραγμό, κάθε ηθική αρχή, προκειμένου να πετύχει τους στόχους του.

Ο επιεικής άνθρωπος, όταν αντιληφθεί ότι έχει διαπράξει κάποιο λάθος ή κάποια αδικία άθελά του, έχει τη δύναμη και ζητάει συγγνώμη από εκείνον που αδίκησε.
Ο εγωιστής άνθρωπος, έστω κι αν γνωρίζει ότι βλάπτει με τις πράξεις του άλλους συνανθρώπους του, ποτέ δεν ζητά συγγνώμη. Κι αν ποτέ ζητήσει συγγνώμη για κάποια λάθη, στο πίσω μέρος του μυαλού του θα κρύβεται κάποια σκοπιμότητα, πολύ πιο ολέθρια, περισσότερο οδυνηρή από τα λάθη για τα οποία ζήτησε συγγνώμη.

Ο επιεικής άνθρωπος έχει το ψυχικό μεγαλείο να συγχωρεί εκείνους που τον αδίκησαν, τον πλήγωσαν.
Ο εγωιστής άνθρωπος ποτέ δεν συγχωρεί εκείνους που τον έβλαψαν, τον πλήγωσαν, έστω και χωρίς να το θέλουν.

Ο επιεικής άνθρωπος θα είναι πάντα ελεύθερος, είναι αδούλωτος, όσο κι αν του βάλουν βαριές αλυσίδες, όσο κι αν τον κλείσουν στο πιο βαθύ κι ανήλιαγο μπουντρούμι.
Ο εγωιστής άνθρωπος θα είναι πάντα σκλάβος των παθών του, πάντα έρμαιο της απάνθρωπης εξουσίας.

Ο επιεικής άνθρωπος θα αποτελεί για πολλούς ανθρώπους φάρο ελπίδας κι εμπιστοσύνης, θα είναι για τους περισσότερους νέους το πρότυπο ανθρώπου.
Ο εγωιστής άνθρωπος θα αποπνέει απέχθεια, ίσως και μίσος, στους γύρω του και για πολλούς νέους ανθρώπους θα είναι παράδειγμα προς αποφυγή.

Αξίζει λοιπόν να αναρωτηθούμε:
Πόσο εγωιστές είμαστε;
Έχουμε μέσα στις αποθήκες της καρδιάς μας ελάχιστα αποθέματα καλοσύνης, αγάπης, επιείκειας;
Την απάντηση θα τη δώσει ο καθένας στον εαυτό του…

 

Το τσιγάρο του Γιακουμή

Μια μέρα τον ρώτησα: «Παππού, γιατί καπνίζεις; Θα πεθάνεις».
Γέλασε. Φύσηξε τον καπνό και μου είπε:
«Παιδί μου, όλοι θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι τι θα αφήσεις να καίει όταν σβήσεις. Εγώ καίω τσιγάρο. Εσύ να καις την αλήθεια. Να τσούζει. Να μυρίζει. Να ξυπνάει τον άλλον. Αν δεν τσούζει, δεν είναι αλήθεια. Είναι λιβάνι για τους πεθαμένους».
Έσβησε το τσιγάρο στο πεζούλι.
«Θυμήσου: Οι παππούδες καπνίζουν γιατί δεν έχουν χρόνο για ψέματα. Εσύ μη γίνεις από κείνους που ρουφάνε μόνο τον καπνό τους και σωπαίνουν».

 

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Συνειδητοποίησα μόλις εχθές – αλήθεια, πόσο καθυστερημένος είμαι! – το πόσο πίσω έχω μείνει! Και το συνειδητοποίησα, με τον πιο σκληρό κι οδυνηρό τρόπο. Διαπιστώνοντας, ότι φίλοι, που πίστευα πως έχουν τις ίδιες αξίες με μένα, βρισκόντουσαν αλλού, κατά το κοινώς λεγόμενο, ήτανε πολύ πιο μπροστά από μένα που είχα μείνει πίσω!

Είναι αλήθεια, πως οι γονείς μου, χωρίς ποτέ να μου πουν οτιδήποτε, με έμαθαν να αγαπώ την πατρίδα ΜΟΥ.

Είναι αλήθεια, πως οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές μου, με δίδαξαν τι σημαίνει Ελευθερία, ότι πρέπει να πολεμάς κάθε μέρα γι’ αυτήν, με δίδαξαν γιατί πρέπει να λατρεύω και να προστατεύω την χώρα ΜΟΥ.

Είναι αλήθεια, πως στον στρατό, κι ειδικότερα την περίοδο της επιστράτευσης το 1974, διαπίστωσα πως είμαι έτοιμος να πολεμήσω και να πεθάνω για την πατρίδα μου, την Ελλάδα ΜΟΥ!

Και γράφω του ΜΟΥ με κεφαλαία γιατί διαπίστωσα χθες, πως η δική μου ΕΛΛΑΔΑ, καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα εκείνων που έχουν προοδεύσει, έχουν πτυχία, έχουν καταλάβει υψηλές θέσεις, και ορισμένοι από αυτούς, έχουν πολλά φράγκα στην τσέπη.

Εγώ, ο οπισθοδρομικός, νοιώθω περήφανος και στέκομαι προσοχή σε ένδειξη σεβασμού όταν ακούω τον Εθνικό Ύμνο ενώ δακρύζω όταν βλέπω να κυματίζει ψηλά η γαλανόλευκη, η σημαία ΜΟΥ!

Εγώ, ο οπισθοδρομικός, χωρίς να είμαι εκπαιδευτικός, αγωνίσθηκα για την Ελληνική Γλώσσα και την Παιδεία γενικότερα, γιατί μου έμαθαν – ίσως κακώς – οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές μου, στους οποίους τόσα πολλά οφείλω, πως τα κύρια χαρακτηριστικά ενός έθνους είναι η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα.

Σήμερα, νοιώθω πόσο πίσω έχω μείνει, αφού δεν υιοθετώ την τακτική μικρών και μεγάλων, να γράφω με λατινικούς χαρακτήρες, να μιλώ ή να γράφω παραλείποντας άρθρα π.χ. «πάμε πλατεία». Και δεν την υιοθετώ γιατί η Ελλάδα ΜΟΥ, μου απαγορεύει να την αλλοιώνω αλλά – πολύ περισσότερο – να σκεφτώ, πως θα ήταν καλό να επικοινωνώ με τους συμπολίτες μου σε μιαν άλλη γλώσσα, μια άλλη γλώσσα τόσο φτωχή και τόσο βάρβαρη, χωρίς πλούσια νοήματα όπως η Ελληνική!

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Κάποτε η γενιά μου αγωνιζότανε και οραματιζότανε μια δυνατή κι ανεξάρτητη Ελλάδα, χωρίς πάτρωνες, χωρίς αφέντες. Σήμερα, που ξεπουλιέται η Ελλάδα, που σχεδιάζεται ο διαμελισμός της, η σημερινή γενιά αγωνίζεται για τον μισθό, για την σύνταξη, για να περνάει καλά. Όχι ότι αυτό είναι κακό. Όμως όσα και να λαμβάνεις σαν μισθό, σαν σύνταξη, με τι καρδιά θα ζεις βλέποντας την χώρα σου υποταγμένη, κατακερματισμένη, βιασμένη; Αυτό, που οι άλλοι με τόση ευκολία το προσπερνούν, εγώ δεν το αντέχω! Ίσως γιατί αυτοί, είναι πολύ πιο μπροστά από μένα κι εγώ έχω μείνει πολύ πίσω. Ίσως εγώ ζω στον δικό μου κόσμο. Ίσως…

Οι γονείς μου με την γεμάτη αγάπη φροντίδα τους, μου έδειξαν την οδό της ευγένειας.

Οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές, μου δίδαξαν τον δύσκολο δρόμο του καθήκοντος.

Η κοινωνία που με ανέθρεψε, με σπούδασε, μ’ εμπιστεύθηκε, μου έδωσε κληρονομιά την ανεκτίμητη Ελληνική Ιστορία. Μια Ιστορία γεμάτη θυσίες, γεμάτη αγώνες, με χιλιάδες ήρωες.

Μπορώ να προδώσω την κοινωνία που μ’ εμπιστεύθηκε;

Μπορώ να πετάξω στα σκουπίδια τους αθάνατους ήρωες;

Η Ελλάδα ΜΟΥ, δεν με αφήνει.

Μου λέει να κάνω κουράγιο, μου ζητάει – όπως κάθε φορά – να μείνω όρθιος, αμετακίνητος από τις θέσεις και τον όρκο που έδωσα: «Να φυλάττω πίστη εις την πατρίδα… Να υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδας του αίματός μου, τας Σημαίας. Να μην τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’ αυτών.»

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Κανείς δεν αντιδρά γι’ αυτά που γίνονται, γι’ αυτά που έρχονται!

Μόνο κάποιοι οπισθοδρομικοί, εθνικιστές, πατριδοκάπηλοι σαν κι εμένα!

Που βλέπουν την Ελλάδα να συρρικνώνεται, που βλέπουν μαύρα σύννεφα να γεμίζουν απειλητικά τον καταγάλανο ουρανό της Ελλάδας ΜΟΥ!

Φαίνεται όμως, πως λόγω του προχωρημένου της ηλικίας μου, τα μάτια μου δεν βλέπουν καλά, πως ότι έβλεπα, ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, ήταν κατάλοιπα του παρελθόντος που με διάφορες αιτίες, ερχόντουσαν στις σκέψεις μου και με βασάνιζαν.

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Εγώ να αγαπώ την Ελληνική γλώσσα και οι σημερινή γενιά να μιλά και να γράφει με λατινικούς χαρακτήρες!

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Εγώ να ριγώ στη θέα και μόνο της Ελληνικής σημαίας και οι σύγχρονοι Έλληνες να την παραδίδουν σε αλλοδαπούς που δεν έχουν αποκτήσει την Ελληνική ιθαγένεια!

Πόσο πίσω έχω μείνει!

Να λατρεύω την Ελληνική Παιδεία και το πολιτικό σύστημα σήμερα, να βιάζει κυριολεκτικά, την Ελληνική Παιδεία.

Πόσο πίσω έχω μείνει…

Άραγε τι έφταιξε και δεν προχώρησα κι εγώ μαζί με όλους τους άλλους στον νέο τρόπο ζωής, γιατί δεν μπόρεσα να δεχθώ τις νέες αξίες;

Πράγματι έχω μείνει πολύ πίσω. Είμαι όμως περήφανος γιατί δεν πρόδωσα την Ελλάδα ΜΟΥ!

 

Εσύ τι έκανες για μένα;

 

"Εσύ τι έκανες για μένα;"

Αλήθεια πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει αυτή τη φράση; Την λέει ο φίλος στον φίλο. Η γυναίκα στον άντρα κι αντίστροφα. Δείχνει αυτή η φράση τον έσω κόσμο μας και τη θεώρηση που έχουμε για τους άλλους.

"Εσύ τι έκανες για μένα;"

Πόσο εγωιστικό είναι οι σχέσεις μας με τους άλλους να εξαρτώνται από το τι κάνουν για να μας ικανοποιήσουν; Αν μας κάνουν κοπλιμέντα, δώρα, αν μας καλυτέρευσαν τη ζωή όπως έλεγαν πριν το γάμο;

Πόσο άσχημα νοιώθουμε όταν κάποιος ξεστομίζει αυτή τη φράση; Διακρίνουμε τη δυστυχία του, την πίκρα του. Μια δυστυχία, που ξεκινά από τη φιλαυτία, τη φιλοδοξία, το ναρκισσισμό.

Ο άνθρωπος που επιθυμεί οι γύρω του να τον προσέχουν, να τον υπηρετούν, να του προσφέρουν όσα επιθυμεί, έχει αρρωστημένο ψυχικό κόσμο. Υπαρξιακά νιώθει γεμάτος μόνο όταν οι άλλοι με τις πράξεις τους βεβαιώνουν την αγάπη τους γι’ αυτόν, άσχετα αν ο ίδιος τους αγαπά ή όχι.

Νιώθει ανίσχυρος, αδύναμος, άχρηστος, όταν οι γύρω του δεν ασχολούνται μαζί του, είτε για λόγους εργασίας είτε για άλλους. Θεωρεί τη μη προσοχή των γύρω του, γι’ αυτόν, αδιαφορία. Κι αυτό τον οδηγεί σε εκρήξεις θυμού ή σε απομόνωση. Σε επιθετικότητα ή σε μελαγχολία. Κι όταν ερωτηθεί γιατί ενεργεί έτσι, γιατί δημιουργεί πρόβλημα στην οικογένεια, στην εργασία, την παρέα, η απάντηση είναι: "Εσύ τι έκανες για μένα;"

Η εποχή μας είναι η εποχή του εγώ. Ενδιαφερόμαστε όχι αν αγαπάμε, αλλά αν οι άλλοι μας αγαπούν. Θέλουμε όλοι να μας προσέχουν, να ενδιαφέρονται για μας, ενώ εμείς αδιαφορούμε για όλους και για όλα. Ακόμα κι αυτή τη σχέση του αντρόγυνου τη βλέπουμε σαν υποχρέωση του άλλου να μας υπηρετεί, να μας ικανοποιεί. Πόσο λάθος αλήθεια κάνουμε!

Οι σχέσεις των ανθρώπων στην υγιή κοινωνία είναι όπως των εταίρων σε μια επιχείρηση. Είναι αμφοτεροβαρής. Δε δίνει μόνο ο ένας, ούτε παίρνει μονάχα ο άλλος. Δεν αγαπά μόνο ο ένας, ούτε είναι αδιάφορος ο άλλος. Όπως ο μέτοχος σε μια εταιρεία προσφέρει όλο τον εαυτό του, όλη την δύναμή του, την εργατικότητά του, προκειμένου η επιχείρηση να πάει καλά, έτσι και στις σχέσεις των ανθρώπων, πρέπει όλοι να εργάζονται με μόχθο, με φροντίδα, με αγάπη, όχι μόνο για τη διατήρηση της σχέσης τους, αλλά και για την ενδυνάμωσή της. Γιατί αλήθεια, τι ωφελεί να κερδίσει κανείς πολλά χρήματα δουλεύοντας μέρα-νύχτα και να χάσει την αγάπη των προσώπων που έχει γύρω του, είτε αυτοί λέγονται σύζυγος, παιδιά, φίλοι; Σε τι μπορούν να του φανούν χρήσιμα τα χρήματα όταν θα έχει χάσει το νόημα, το σκοπό της ζωής του;

Οι νέοι σήμερα θέλουν τη σχέση, προβληματίζονται όμως με το γάμο. Δεν θέλουν εμπόδια στην καριέρα τους και επιθυμούν την προσωπική καταξίωση στην κοινωνία, την ικανοποίηση του εγώ τους από τη δημιουργία μιας οικογένειας που ο καθένας θα έχει συγκεκριμένους και δύσκολους ρόλους να παίξει. Όμως, τι είναι πιο δύσκολο; Να είσαι σωστός επιστήμονας ή σωστός γονέας; Τι είναι πιο εύκολο, να είναι μια γυναίκα μάνα ή μια ευσυνείδητη υπάλληλος;

"Εσύ, τι έκανες για μένα;"

 Κανείς δεν αναρωτιέται τι έχει ο ίδιος κάνει για τους άλλους. Αν είναι σωστός σύζυγος. Αν είναι σωστός συνάδελφος. Αν προσπαθεί να προσφέρει στους φίλους του, στην κοινωνία, ό,τι μπορεί. Πόσες φορές δεν λέμε: "Εγώ δυστυχώς δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με τα κοινά". Κι είναι τραγικό το γεγονός ότι πολλές φορές δεν έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε με την οικογένειά μας. Έχουμε όμως χρόνο να διαβάσουμε εφημερίδα, να πάμε στο κομμωτήριο, στην ταβέρνα. Αν πεις σε κάποιον ν’ ασχοληθεί με τα κοινά για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, της Παιδείας, της κοινωνίας, θα δώσει τη στερεότυπη απάντηση: "Έλα τώρα! Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο; Εξάλλου υπάρχουν άλλοι που ασχολούνται μ’ αυτά!".

Αυτοί οι άνθρωποι, που δεν ασχολούνται με τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό τους, είναι συνήθως αυτοί που απευθύνουν αυτή την ερώτηση: "Εσύ τι έκανες για μένα;"

Είναι πολύ δύσκολο για τον άνθρωπο να βάλει μπροστά τους άλλους και τελευταίο τον εαυτό του. Είναι επίσης πολύ δύσκολο να υπηρετεί τους άλλους χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και δεν κάνει λειτούργημα, αλλά επάγγελμα. Και δυστυχώς όλοι μας έχουμε γίνει επαγγελματίες στις σχέσεις μας.

- Αφού δεν μ’ αγαπά κι εγώ δεν τον αγαπώ.

- Δεν του δίνω ποτέ γιατί δεν μου έδωσε.

- Δεν λέω καλημέρα γιατί ποτέ δεν μου είπε.

Πάντα περιμένουμε οι άλλοι να κάνουν την πρώτη κίνηση. Είμαστε τόσο εγωιστές που ποτέ δεν ξεκινάμε εμείς την προσπάθεια προσέγγισης του άλλου, δεν κάνουμε το πρώτο βήμα, εκτός αν έχουμε κάποιο συμφέρον.

Αν μπορεί ο άλλος να βρει καμιά δουλειά για μας ή το παιδί μας.

Κι όμως. Αν όλοι, κάθε πρωί, βγαίναμε με χαμόγελο, με καλοσύνη, αν λέγαμε "καλημέρα" στο γείτονα, που κάθε μέρα συναντιόμαστε στο δρόμο, στα σκαλιά της πολυκατοικίας που κι οι δύο μένουμε, θα ‘ρχόμαστε όλοι πιο κοντά.

Αν μας ενδιέφεραν οι άλλοι κι όχι ο εαυτός μας, δεν θα είχαμε ανασφάλεια. Αν θεωρούσαμε τον εαυτό μας υπηρέτη του άντρα, της γυναίκας, του παιδιού μας, ποτέ δεν θα φθάναμε στο σημείο να πούμε: "Εσύ τι έκανες για μένα;"

Θα αναρωτιόμαστε μόνο τι έχουμε κάνει για τους άλλους και θα φροντίζαμε να κάνουμε περισσότερα.

Τότε θα ζούσαμε πράγματι δημιουργικά, γεμάτοι αγάπη για τον πλησίον μας, ευτυχισμένοι. Κι αυτό είναι εύκολο. Αρκεί να αποβάλλουμε το μεγαλύτερο εχθρό, το δυνατό αντίπαλό μας, το ΕΓΩ.

 

Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν…

 

Συχνά, γινόμαστε αποδέκτες κατηγοριών, καταγγελιών ή αρνητικών σχολίων για δημάρχους, αντιδημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, από γνωστούς ή φίλους.

Η απαξίωση που δείχνουν για τα πρόσωπα που ασχολήθηκαν ή ασχολούνται με τα κοινά της πόλης μεγάλη. Η μηδενιστική θέση τους για όλους όσους κατείχαν κάποιο αξίωμα ή θέση στο δημοτικό συμβούλιο προκαλεί. Αυτό όμως που ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα, είναι ο καταγγελτικός τους λόγος για δημόσια πρόσωπα που όμως δεν τεκμηριώνεται με στοιχεία αλλά με φήμες.

Κι όταν τους απευθύνεται το ερώτημα: «γιατί δεν τα αναφέρεις όλα αυτά σε ανώτερα όργανα για να τιμωρηθεί εκείνος που όπως υποστηρίζεις είναι λαμόγιο» απαντάνε:

- Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν!..

Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Πολιτικά» υποστηρίζει πως για να αποκτήσει κύρος μια πόλη, δεν είναι έργο της τύχης, αλλά της επιστήμης και της θέλησης των πολιτών. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία θέλει πολίτες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και αυτό πηγάζει από την ίδια την έννοια της λέξης δημοκρατία ως μορφή πολιτεύματος λαϊκής κυριαρχίας. Η δημοκρατία για να λειτουργήσει απαιτεί ενεργούς πολίτες. Πολίτες δηλαδή που δεν θα αποποιούνται τον ρόλο τους, ούτε θα απαξιώνουν την δυνατότητα ανάληψης δράσης.

«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες» έλεγαν οι πρόγονοί μας.

- Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν!..

Δυστυχώς, αν φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού, δεν φταίνε μόνο οι κακοί ξένοι, οι πολιτικοί μας, οι συνδικαλιστές, οι πλουτοκράτες, οι αιρετοί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ευθύνη και μάλιστα μεγάλη, έχουμε κι όλοι εμείς οι πολίτες, από όποια θέση κι αν βρισκόμαστε, που δεν έχουμε το ηθικό ανάστημα, την ψυχική δύναμη, να αντισταθούμε σε ό,τι λαθεμένο βλέπουμε πως γίνεται, που δεν στρεφόμαστε προς τα θεσμοθετημένα όργανα της πολιτείας, προκειμένου, εκείνοι που χρησιμοποιούν την εξουσία προς ίδιον όφελος και προς ζημία των πολιτών, να κληθούν σε απολογία, να τιμωρηθούν με απώλεια του αξιώματός τους αν αποδειχθεί πως ευθύνονται για τα όσα έχουν αναφερθεί σε βάρος τους και πιθανόν να τους καταλογιστεί και βαρύτερη ποινή.

- Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν!..

Πρέπει να παραδεχθούμε, πως αρκετοί πολίτες, είναι απογοητευμένοι με τα αντανακλαστικά της πολιτείας σε ότι αφορά παραπτώματα πολιτικών ή αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αναφορές χιλιάδες έχουν γίνει, μερικές έχουν ελεγχθεί, ελάχιστα πολιτικά πρόσωπα όμως έχουν τιμωρηθεί.

Ο Αριστοτέλης στην Ρητορική του αναφέρει πως σε τίποτα δεν διαφέρει ένας νόμος, όταν δεν εφαρμόζεται, από το να μην υπάρχει. Και οι κρατικοί λειτουργοί, με την συμπεριφορά τους, όχι μόνο καταργούν νόμους όταν βρίσκονται μπροστά σε καταγγελίες πολιτών για δημόσια πρόσωπα αλλά έφτασαν στο σημείο να κάνουν κουρελόχαρτο το Ελληνικό Σύνταγμα προκειμένου να περάσουν αντισυνταγματικοί νόμοι της κυβέρνησης!

Εκείνοι οι πολίτες που είναι απογοητευμένοι από την στάση των κρατικών εκείνων λειτουργών που έχουν την ευθύνη της τήρησης των νόμων, πρέπει να ξαναβρούν το θάρρος, πρέπει να αποβάλουν την απογοήτευση, και να ζητούν την αποκατάσταση αδικιών, την επέμβαση της δικαιοσύνης σε κάθε άδικη πράξη. Με απλά λόγια, πρέπει να προσπαθήσουμε και να πετύχουμε την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας, του Κράτους δικαίου.

- Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν!..

Λόγια του καφενείου, λόγια χωρίς νόημα, λόγια που αποκαλύπτουν όμως το αληθινό πρόσωπο εκείνου που τα εκστομίζει.

Είναι ο φόβος να συγκρουστεί με τους ισχυρούς που τον εμποδίζει να κάνει αυτό που πρέπει;

Είναι η ψυχοσύνθεσή του να κατηγορεί τους πάντες μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχει να βλέπει άλλους να κατέχουν το όποιο αξίωμα που πιθανόν να το ήθελε για τον εαυτό του;

- Σιγά μην ασχοληθώ εγώ μ’ αυτόν!..

Ας μην δίνουμε σημασία στα λόγια εκείνων που ξέρουν μόνο να κατηγορούν, να σπιλώνουν, να μηδενίζουν, να απαξιώνουν τους άλλους χωρίς όμως ταυτόχρονα να αγωνίζονται για την επικράτηση του δικαίου. Ας δίνουμε σημασία σε ποιο σοβαρά πράγματα…

 

Μέρος Γ΄: Τα Δάκρυα των Ανθρώπων

 

Κι όμως νοιώθουμε μόνοι…

"Διαλέξαμε την μοναξιά, την μοναξιά που σκοτώνει την ψυχή και πληγώνει την σκέψη"

Κάθε μέρα τα προβλήματα μεγαλώνουν. Κάθε στιγμή νοιώθουμε πως το αύριο θα είναι πιο δύσκολο, πιο αβέβαιο. Και μελαγχολούμε καθώς δεν έχουμε δίπλα μας κανέναν για να του πούμε τις ανησυχίες μας, να εκφράσουμε τους φόβους μας.

Είμαστε μόνοι σε μια χώρα εκατομμυρίων ανθρώπων...

Είναι πράγματι τραγικό σε μια κοινωνία που η έντονη ζωή κυριαρχεί, που πρώτη θέση στη ζωή μας κατέχει η διασκέδαση κι η καριέρα μας, να αντιμετωπίζουμε το αύριο μόνοι.

Αυτή είναι η αλήθεια, αυτή ήταν η επιλογή που είχαμε κάνει και δρέπουμε σήμερα τους καρπούς που σπείραμε.

Είναι φανερό πως κάπου είχαμε κάνει λάθος στον σχεδιασμό της ζωής μας.

Διαλέξαμε έναν τρόπο ζωής μοναχικό, απόμακρο, που ούτε τα πρόσωπα της οικογένειάς μας δεν ήταν στο πλευρό μας. Όταν πονάγαμε, όταν λυπόμασταν, νοιώθαμε ότι είμαστε μόνοι, ότι κανείς δεν υπάρχει που να μπορεί να μοιραστεί τον πόνο μας.

Κοιτάζαμε γύρω μας τα παιδιά μας, την γυναίκα μας, τον άντρα μας και τους βλέπαμε απορροφημένους στα δικά τους προβλήματα που τόσο ξένα ήταν για μας. Γιατί μόνο τα δικά μας προβλήματα ήταν μεγάλα, ήταν σπουδαία, ήταν αυτά που έπρεπε άμεσα να αντιμετωπισθούν και όφειλαν όλοι οι άλλοι να αφήσουν τα δικά τους και να έρθουν κοντά μας.

Αυτή ήταν η συνήθης εικόνα μεταξύ των ανθρώπων. Καταντήσαμε ξένοι ακόμη κι εμείς που είμαστε μια οικογένεια. Αυτό πού οφείλεται άραγε; Ας προσπαθήσουμε να το ανακαλύψουμε στις λίγες αυτές γραμμές.

Τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα από τη στιγμή που τα κατάλοιπα της κατοχής εξαφανίστηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να κερδίζουν με τον αγώνα τους περισσότερα χρήματα με αποτέλεσμα να μπορούν να αγοράσουν ό,τι επιθυμούσαν, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.

Η επιθυμία για όλο και περισσότερα, το πάθος για μια πιο απολαυστική ζωή, η ζήλεια για τον απέναντι, η προσπάθεια να ξεπεράσουμε τους άλλους, μας οδήγησαν στην απομόνωση, στην εγκατάλειψη των φίλων, στην αδιαφορία ακόμη και για την οικογένειά μας.

Βάλαμε στόχους χαμηλούς, στόχους ζωώδεις, και το μόνο που καταφέραμε να κερδίσουμε ήταν κάποια οικονομική ευρωστία. Και μπορεί να κερδίσαμε οικονομικά αγαθά, χάσαμε όμως την κοινωνικότητα μας, στοιχείο απαραίτητο για τον άνθρωπο. Διαλέξαμε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής και στην προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε τους άλλους, τους ξένους, αφήσαμε πίσω τους δικούς μας, τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα. Μ’ αυτά που κάποτε κάναμε όνειρα για μια καλύτερη ζωή, για ένα καλύτερο αύριο. Αφήσαμε πίσω μόνα τους τα πρόσωπα που μας γέννησαν, μας μεγάλωσαν. Διαλέξαμε έναν τρόπο ζωής που πιστεύαμε ότι θα μας δώσει την ευτυχία και οι γύρω μας θα μας σεβόντουσαν και θα μας υπολόγιζαν. Το μόνο όμως που καταφέραμε είναι να μην γνωρίζουμε τον γείτονα που μένει δίπλα μας, να μη μας σέβεται κανείς γιατί δεν μας γνωρίζει κι ούτε θέλει να μας μάθει.

Διαλέξαμε την μοναξιά, την μοναξιά που σκοτώνει την ψυχή και πληγώνει τη σκέψη. Την μοναξιά που κανείς δεν μπορεί ν' αντέξει...

Οι πολλές ανάγκες κι η καριέρα που παίζει καθοριστικό ρόλο πλέον στη ζωή μας, είναι η κύρια αιτία που μείναμε μόνοι.

Αφιερώνουμε πολλές ώρες για δουλειές και για άλλες ασχολίες έξω από τις οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να μη βλέπουμε πολλές φορές τα παιδιά μας για αρκετές ημέρες. Τα καθημερινά επιτεύγματα του πολιτισμού, προσδίδουν στον σημερινό άνθρωπο αυτάρκεια και κατά συνέπεια δύναμη η οποία τις περισσότερες φορές αλλοτριώνει τον χαρακτήρα του.

Έτσι αισθάνεται μέσα σ' αυτόν την φανταστική ευδαιμονία του, μοναδικός, ανεπανάληπτος, ικανός να ανταπεξέλθει τα πάντα.

Απομονώνεται έτσι μέσα στον εγωισμό του, ξεχνώντας ότι η πραγματική ευτυχία είναι η συμμετοχή του στη χαρά και στη λύπη του άλλου, αυτό που τον ολοκληρώνει, είναι η προσφορά στον πλησίον του.

Πριν αρκετά χρόνια ο τρόπος ζωής των ανθρώπων ήταν τελείως διαφορετικός. Κανείς δεν κλείδωνε την πόρτα του γιατί ήξερε πως δεν κινδύνευε από κανέναν. Τα παιδιά όλα μεγάλωναν στην ίδια γειτονιά παίζοντας ευτυχισμένα γιατί δεν υπήρχε η κακιά μάγισσα να τους δείξει πως εκτός από την πάνινη μπάλα και την πάνινη κούκλα υπήρχαν κι άλλα παιχνίδια, πιο φανταχτερά και πιο όμορφα. Τα ρούχα των παιδιών ήταν ίδια. Φτωχικά μα τόσο ζεστά και καθαρά που καμιά φίρμα ρούχων σήμερα δεν έχει κατορθώσει να φτιάξει. Ο φίλος αγαπούσε τον φίλο και τσακωνότανε γι' αυτόν όταν κάποιος τον πείραζε ή τον κορόιδευε. Η αδελφή του φίλου ήταν και δική μας αδελφή. Η γειτόνισσα φρόντιζε το ορφανό και σκέπαζε με την αγκαλιά της το γειτονόπουλο που έπεσε και χτύπησε. Τα μαγαζιά της γειτονιάς μάζευαν όλα τα πιτσιρίκια το καλοκαίρι όχι για να κάνουν βαριές δουλειές αλλά για να μπουν στο πνεύμα της εργασίας και για να μην παρασυρθούν σε άσχημες παρέες.

Τα βράδια σε πολλές γειτονιές άκουγες ξέγνοιαστα να τραγουδάνε οι φτωχοί άνθρωποι με τις κιθάρες και τις φυσαρμόνικες και γύρω τους προσπαθούσαν να μάθουν τους στίχους τα μικρά παιδιά. Τότε σε πάρα πολλούς δήμους σχηματίσθηκαν κι οι πρώτες φιλαρμονικές.

Σε λίγο καιρό άρχισαν οι άνθρωποι να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, να εμφανίζεται στη γειτονιά το πρώτο αυτοκίνητο. Και σιγά - σιγά άρχισε η φιλία να υποχωρεί και να σπέρνονται οι πρώτες υποψίες για το πώς οι άλλοι κατάφεραν να κερδίσουν χρήματα και να αποκτήσουν κάποια αγαθά καθώς κι η επιθυμία να τ' αποκτήσουμε κι εμείς. Σ' αυτό το σημείο δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η σύζυγος άρχισε να συγκρίνει το νοικοκυριό της με της γειτόνισσας καθώς και να καλλιεργείται το κλίμα για αλλαγή στη δομή της Ελληνικής Οικογένειας. Της οικογένειας που σαν πρώτο μέλημά της είχε τη σωστή ανατροφή των παιδιών όπου σημαντικό ρόλο έπαιζε η ευγένεια, ο σεβασμός, η υπακοή, η αγάπη.

Έτσι, σιγά αλλά σταθερά άρχισε μέρα με τη μέρα η ζωή μας να αλλάζει. Χάσαμε την εμπιστοσύνη μας ο ένας στον άλλον, χάθηκε η φιλία, έκλεισε την πόρτα του μαγαζιού ο μάστορας, έγινε αδιάφορη η γειτόνισσα για το πονεμένο παιδί του δρόμου κι η αδελφή του φίλου μας άρχισε να μας "γεμίζει" το μάτι.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια να έχουμε μείνει μόνοι.

 

Όταν…

Όταν βλέπω τις ρυτίδες στο πρόσωπό σου, χιλιάδες ενοχές νιώθω να με βαραίνουν, γιατί εγώ είμαι η αιτία που έγιναν.

Κι όταν μου χαμογελάς γεμάτη αγάπη, αναρωτιέμαι γιατί άραγε ο θεός να είναι τόσο γενναιόδωρος μαζί μου; Γιατί σ' έστειλε δίπλα μου, να φωτίσεις τον δρόμο μου, να γαληνέψεις την ψυχή μου, να μου διδάξεις πώς ζει ο άνθρωπος.

Όταν βλέπω τους γκρίζους κροτάφους σου, τις πρώτες άσπρες νυφάδες στα μαλλιά σου, νιώθω να χάνομαι μέσα στις αμέτρητες πίκρες που σου 'δωσα και δάκρυα μου 'ρχονται στα μάτια. Κι όταν γυρνάς και με κοιτάς μ' αγάπη, οργίζομαι, γιατί ποτέ δεν είχα καταλάβει πως δίπλα μου έχω τη μεγαλύτερη χαρά, την ίδια τη ζωή μου, εσένα.

Όταν θωρώ τα παιδιά μας, το δώρο που μου έδωσες, δεν βρίσκω τίποτα που μπορώ κι εγώ να σου προσφέρω, εκτός από την ταπεινή μου αγάπη. Και νιώθω ασήμαντος, φτωχός μα συνάμα πολύ τυχερός που είσαι η γυναίκα μου. Η γυναίκα που μ' έκανε πατέρα, η μητέρα των παιδιών μου.

Όταν είμαι στο σπίτι μας, νιώθω τη στοργή σου σε κάθε γωνιά, σε κάθε σημείο. Η τρυφεράδα σου με τυλίγει, η φωνή σου μου διώχνει την κούραση. Κι εγώ ο ανόητος φωνάζω, για να δείξω πως είμαι ο δυνατός, ο ισχυρός, ο αφέντης. Όμως αλήθεια, εσύ είσαι αυτή που νικάς κάθε ημέρα και κάθε ώρα. Νικάς το ΕΓΩ, αυτόν τον μεγάλο εχθρό που εγώ δεν τολμώ να τα βάλω μαζί του.

Όταν ακούω τραγούδια αγάπης, νιώθω να φτερουγά η καρδιά μου. Απέραντο συναίσθημα που γεμίζει και την πιο άδεια καρδιά. Μα εκείνη τη στιγμή που απαλά μου πιάνεις το χέρι, καταριέμαι τον εαυτό μου που δεν μπορεί να πει τέτοια λόγια, που δεν μπορεί να τραγουδήσει τόσο γλυκά.

Όταν βλέπω το πόση φροντίδα, πόση αγάπη δείχνουν τα πουλιά στο ταίρι τους, στεναχωριέμαι που εγώ δεν ήμουν δίπλα σου όλες τις δύσκολες στιγμές που πέρασες, στην εγκυμοσύνη, στη γέννα, στη λοχεία.

Κι αναρωτιέμαι τι φταίει άραγε κι εμείς οι άνθρωποι δεν αγαπάμε όπως πρέπει, όπως αξίζει, ο ένας τον άλλον; Τι φταίει και δεν κάνουμε βασίλισσα τη γυναίκα μας στο φτωχικό μας παλάτι;

Όλα αυτά και πολλά άλλα με βασανίζουν κάθε φορά που την πόρτα της καρδιάς μου χτυπούν λόγια πικρά, λόγια φαρμακωμένα, λόγια από εκείνους που πληγώθηκαν από το σύντροφό τους.

Κι αισθάνομαι αδύναμος να συμβουλεύσω, να παρηγορήσω, γιατί εγώ είμαι ο πιο ένοχος, ο πιο άδικος απ' όλους τους σκληρούς, τους άπονους.

Σε κάθε παράπονο, σε κάθε δάκρυ που σαν εξομολόγηση ξένοι και φίλοι μου λένε, αναγνωρίζω τη φωνή σου.

Δεν αναγνωρίζω όμως τα λόγια σου, γιατί εσύ ποτέ δεν μου παραπονιέσαι. Η ματιά σου γεμάτη ελπίδα υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο, χωρίς σύννεφα, δίχως στεναχώριες. Και συλλογιέμαι πώς άραγε τον τρόπο μου μπορώ ν' αλλάξω, τα λόγια μου να κάνω πιο γλυκά, πιο ζεστά. Μα όσες φορές υπόσχεση έδωσα στον εαυτό μου δεν το κατάφερα. Μ' αξίζεις να προσπαθήσω ξανά, να σου χαρίσω όλα αυτά που σου στέρησα, να δικαιώσω τις θυσίες σου για τα παιδιά μας κι εμένα. Αξίζει μπροστά από όλα να βάλω εσένα γιατί είσαι η γυναίκα μου, η μητέρα των παιδιών μου, αυτή που μου χάρισε την καρδιά της...

 

Μέρος Δ΄: Το Σπίτι που Γκρεμίσαμε

 

Μια καλή κουβέντα…

 «Μια καλή κουβέντα δεν έχω ακούσει από τα χείλη σου…»

Πόσες φορές δεν έχουμε κάνει αυτό το παράπονο στον άνθρωπό μας, στον γονιό μας, στο παιδί μας, στον φίλο μας; Πόσες φορές δεν έχουμε πικραθεί από την αρνητική συμπεριφορά των δικών μας, στην όποια προσπάθεια κάνουμε;

Πόσες φορές δεν αναζητάμε τη ζεστή ματιά, το γλυκό χαμόγελο, την καλή κουβέντα, για να πλημμυρίσει η καρδιά μας, από χαρά, από αγάπη;

Είναι τροφή για την ψυχή ο καλός λόγος, ο έπαινος. Δίνει μεγάλη δύναμη, πολύ κουράγιο, και μας οδηγεί στον στίβο της ζωής με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, με ψυχικά εφόδια πέρα από τα πνευματικά και σωματικά που έχουμε.

Γιατί δεν αρκεί κάποιος να είναι δυνατός ή να έχει πάμπολλες γνώσεις.

Για να μπορέσει ο άνθρωπος να αξιοποιήσει τις ικανότητές του, τα προσόντα του, χρειάζεται να ακούει σε κάθε προσπάθειά του, επιτυχημένη ή αποτυχημένη, ένα μπράβο, μια καλή κουβέντα.

Ο καλός λόγος λειτουργεί σαν βάλσαμο για τον πικραμένο, είναι πηγή δύναμης γι’ αυτόν που αγωνίζεται.

Δίνει ελπίδες σ’ αυτόν που προσδοκά την επίλυση των προβλημάτων του, ανακουφίζει εκείνον που έχει κάνει ένα λάθος και νοιώθει ενοχές. Από τα πιο απλά πράγματα μέχρι τα πλέον σοβαρά, ο καλός λόγος είναι αυτός που δημιουργεί καλύτερες σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, των μελών μιας της κοινωνίας.

«Πολύ καλό το φαί σήμερα» μπορούν να πουν όλοι όσοι καθίσουν στο οικογενειακό τραπέζι.

Στεναχωριέται η γυναίκα που ποτέ δεν έχει ακούσει από τον άντρα της και τα παιδιά της, μια καλή κουβέντα για την μαγειρική της, για την φροντίδα της γι’ αυτούς και το σπίτι αλλά απεναντίας, τους ακούει να επαινούν άλλες γυναίκες. Χρόνια προσπαθεί να έχει πλούσιο και γευστικό το τραπέζι της οικογένειας, αλλά ποτέ δεν άκουσε έναν καλό λόγο. Και η απογοήτευση την πνίγει γιατί κάθε πρωί ξυπνάει πριν ακόμα βγει ο ήλιος για να ετοιμάσει το πρωινό του άντρα της και των παιδιών, το φαγητό της ημέρας και να φύγει με την ψυχή στο στόμα για να προλάβει να είναι στην ώρα της στην δουλειά. Και μόλις σχολάσει, πάλι τρέχοντας, γυρνάει στο σπίτι για να κάνει τις υπόλοιπες δουλειές, να διαβάσει τα παιδιά, να είναι το σπίτι ένα μικρό παλατάκι. Τα κάνει όλα γι’ αυτούς που αγαπά, όμως δεν ακούει ούτε μια ζεστή κουβέντα. Κι απογοητεύεται, μαραζώνει, νοιώθει ασήμαντη όταν ακούει τους επαίνους των δικών της ανθρώπων, αυτών που αγαπά και φροντίζει, για άλλες γυναίκες.

«Πολύ σου πάει αυτό το κτένισμα» λέει ο άντρας στη γυναίκα. Κι αν δεν το έχει σκεφθεί να το πει την πρώτη, την δεύτερη, την τρίτη φορά που η γυναίκα του τον ρωτάει αν την κτένισε καλά η κομμώτρια, ας αναρωτηθεί από μόνος του γιατί του κάνει αυτή την ερώτηση. Μήπως η ίδια ξέρει αν είναι καλό το κτένισμα; Όμως τον ρωτάει για να ακούσει τον καλό λόγο, να δείξει μέσα από τις λέξεις, την αγάπη του.

Ας θυμηθεί ο άνδρας για λίγο πως συμπεριφερότανε όταν ήταν ερωτευμένος με την γυναίκα του, πριν την νυμφευτεί. Τότε έλεγε όμορφα και ζεστά λόγια. Τα ξέχασε μετά τον γάμο; Μήπως αξίζει να ξαναγυρίσει στην ωραία εποχή του έρωτα της αγάπης;

Ας θυμηθεί το ζευγάρι τα λόγια που έλεγε ο ένας στον άλλον. Πολύ απλές κουβέντες που όμως φέρνουν τόσο κοντά τους ανθρώπους όταν λέγονται.

Μα και το παιδί που πάει σχολείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο, που ανοίγει τα φτερά του, θέλει κι αυτό μια καλή κουβέντα.

«Μπράβο καμάρι μου, πήγες αρκετά καλά!» μπορούμε να πούμε στο παιδί μας, για να συμπληρώσουμε μετά τις όποιες παρατηρήσεις μας. Αν το κατηγορούμε συνεχώς, το επιπλήττουμε, τότε πιθανόν να έχουμε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που σαν γονείς επιθυμούμε.

Το κάθε παιδί, ο κάθε μαθητής, έχει τις δικές του δυνατότητες, τον δικό του προσωπικό κώδικα επικοινωνίας κι αυτό πρέπει να το καταλάβουμε. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε το παιδί μας με τα άλλα παιδιά και να το κατηγορούμε γιατί δεν είναι τόσο καλός μαθητής, τόσο καλός αθλητής, όπως εκείνα.

Το παιδί μας, μπορεί μετά από λίγο, να σταματήσει να κάνει παρέα με το γειτονόπουλο που είναι καλύτερο γιατί πιστεύει, πως αυτό είναι η αιτία της υποβίβασής του από την οικογένειά του. Και πιθανόν να επιλέξει για συναναστροφή, έναν της αυτής δυναμικότητας ή κατώτερο από αυτό στους βαθμούς μόνο και μόνο, για να έχει για μέτρο σύγκρισης κι αντιπαράθεσης με τους γονείς του, έναν άλλον μαθητή, όχι τον καλύτερο.

Δεν είναι κακό να κάνει το παιδί μας παρέα με έναν μαθητή που δεν έχει καλές επιδόσεις στα μαθήματα. Κακό είναι, να το οδηγήσουμε εμείς με την συμπεριφορά μας σε επιλογές που θα τον βλάψουν ψυχικά, να νοιώθει πως οι γονείς του θαυμάζουν ένα άλλο παιδί κι όχι το δικό τους, έστω και με τα μειονεκτήματά του.

Δεν μας κοστίζει τίποτα να πούμε ένα «μπράβο» στο παιδί μας κάποια στιγμή που καταλαβαίνουμε πως το έχει ανάγκη, πως χρειάζεται κι αυτό μια επιβράβευση στην προσπάθεια που κάνει, έστω κι αν κατά την γνώμη μας, δεν είναι η καλύτερη δυνατή.

Πρέπει να προσπαθούμε με τον καλό λόγο να του δείξουμε μέσα από την αγάπη μας, πως έχει δυνατότητες να γίνει καλύτερος για τον εαυτό του, την κοινωνία κι όχι για μας.

Το μόνο κέρδος που μπορεί να έχει ένας γονιός από το παιδί του που προόδευσε, που πέτυχε στη ζωή του κι έγινε ένας σωστός οικογενειάρχης, είναι η ικανοποίησή του να τον καμαρώνει, υγιή και χρήσιμο στέλεχος της κοινωνίας. Και πρέπει να σεβόμαστε τις επιλογές του αντί να το καταπιέζουμε να ακολουθήσει μια επαγγελματική σταδιοδρομία που δεν την θέλει αλλά που εμείς για πολλούς λόγους επιθυμούμε.

Αλλά και για τον πατέρα χρειάζεται ο καλός λόγος, η ζεστή κουβέντα.

Όταν μπαίνει στο σπιτικό, το καλωσόρισμα αρκεί για να τον κάνει να ξεχάσει την κούραση του. Αν όμως μπαίνοντας βρεθεί αντιμέτωπος με την αδιαφορία, αν αντιληφθεί πως είτε που επέστρεψε στο σπίτι είτε δεν επέστρεψε είναι ένα και το αυτό, τότε νοιώθει μεγάλη απογοήτευση.

Όταν κάποιος γυρνά χαρούμενος στο σπίτι του για να αναγγείλει στην οικογένειά του μια επιτυχία και μπαίνοντας του πουν η γυναίκα του και τα παιδιά του «Μη μας διακόπτεις! Βλέπουμε την αγαπημένη μας σειρά» ραγίζει η καρδιά του.

Όλοι προσμένουμε απλά λόγια, γεμάτα ζεστασιά κι αγάπη.

Πρέπει να κάνουμε πηγή της γλώσσας την καρδιά μας και φίλτρο το μυαλό μας.

Πρέπει κι αξίζει να δίνουμε λίγη χαρά στους ανθρώπους που αγαπάμε με έναν καλό λόγο.

Αυτό θα μας φέρει πιο κοντά, αυτός ο καλός λόγος θα διώξει και πολλά μαύρα ή γκρίζα σύννεφα που ίσως έχουν μαζευτεί πάνω από το σπίτι μας, πάνω από την οικογένειά μας.

Μια καλή κουβέντα ας πούμε λοιπόν. Εξάλλου, δεν κοστίζει τίποτα και δίνει τόσα πολλά…

 

Δεν μ’ αγαπάς!

Δεν μ’ αγαπάς!

Πόσες φορές αλήθεια δεν έχουμε ακούσει αυτή τη λέξη;

Τη λέει το παιδί όταν το μαλώσουν οι γονείς του ή δεν του ικανοποιούν κάποια επιθυμία. Το λέει ο σύντροφος στο ταίρι του όταν αντιλαμβάνεται ή όταν νομίζει ότι έπαψε πια να του προσφέρει, όσα του έδινε πριν.

Και στην μεν πρώτη περίπτωση έχουμε μια παιδική αντίδραση, έναν άγουρο εγωισμό, που χρησιμοποιεί αυτή τη φράση όχι γιατί πιστεύει ότι οι γονείς του δεν το αγαπούν αλλά για να πετύχει εκβιαστικά τον σκοπό του, χτυπώντας στις πιο ευαίσθητες χορδές των γονιών του. Στη δεύτερη όμως περίπτωση υπάρχουν δύο εκδοχές. Ή πράγματι η διαπίστωση αυτή είναι αληθινή ή έχουμε εκτιμήσει λανθασμένα τι πρέπει και τι μπορεί να μας δώσει ο άλλος. Και στη διαπίστωση ότι ο άλλος δεν μας αγαπά, δεν νοιάζεται για το τι νοιώθουμε εμείς για εκείνον ή είμαστε αδιάφοροι γι’ αυτόν, η λύση και ο τρόπος αντιμετώπισής του είναι εύκολος. Δύσκολο είναι να έχουμε σαν μέτρο τις επιθυμίες μας και τον άλλο σαν το μέσον που θα τις ικανοποιήσει. Έτσι, εύκολα λέμε "Δεν μ' αγαπάς" στον σύντροφό μας όταν αυτός δεν ικανοποιεί κάποια επιθυμία μας, όταν συζητά με άλλους και δεν κάθεται δίπλα μας, να μας κοιτά στα μάτια, όταν δεν μπορούμε να τον κατευθύνουμε για να ικανοποιήσουμε τον εγωισμό μας.

Δεν μ’ αγαπάς!!!

Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί τι σημαίνει «αγαπώ»; Έχουμε εμβαθύνει ποιοι άνθρωποι μας αρέσουν; Σήμερα, στην εποχή του καταναλωτισμού, έπαψε να υπάρχει το κριτήριο, η απαραίτητη αυτή πνευματική διεργασία, που βοηθά τον άνθρωπο να διακρίνει το καλό αυτό από το κακό, το σωστό από το λάθος.

Έτσι, για τη δημιουργία σχέσεων, είτε φιλικών, είτε συζυγικών, πολλοί προσφεύγουν σ’ αυτούς που έχουν εκδηλώσει φιλικά ή ερωτικά συναισθήματα, αποφεύγοντας να εμβαθύνουν τι πραγματικά επιζητεί ο άλλος από τη σχέση τους. Με δεδομένο όμως την επιθυμία του άλλου για τη δημιουργία της σχέσης, χτίζεται στον ψυχισμό του ανώριμου ανθρώπου το βάθρο του επικυρίαρχου, του κατακτητή, κι εκεί τοποθετούν τον εαυτό τους, περιμένοντας από τους άλλους να είναι πειθήνια όργανά τους, έτοιμοι να υπακούσουν στα προστάγματά τους.

Δεν μ’ αγαπάς!!!

Θλιβερή διαπίστωση και συγχρόνως μεγάλη απογοήτευση γι’ αυτόν που διαπιστώνει την έλλειψη αγάπης από κάποιον που πίστευε και ήθελε να τον αγαπά. Κι η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη αν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα είχε σχέσεις μαζί του ταξιδεύοντας σε παραμυθένιους τόπους, μέσα σε ψεύτικες υποσχέσεις. Νοιώθει θύμα, προϊόν εκμετάλλευσης, λερωμένος από την βρώμα της ψευτιάς του.

Πόσα αλήθεια διαζύγια εκδίδονται σήμερα και μάλιστα τα περισσότερα από αυτά "κοινή συναινέσει"; Πώς ένα ζευγάρι, που ξεκινά μια καινούργια ζωή, γεμάτη όνειρα κι ελπίδες γκρεμίζει την σχέση του με την απλή φράση "δεν ταιριάζουμε";

Και μετά τον γάμο ανακάλυψαν ότι δεν ταιριάζουν; Ότι δεν μπορεί ο ένας να δεχθεί τα ελαττώματα του άλλου;

Αξίζουν πράγματι τον θαυμασμό μας οι άνθρωποι εκείνοι που καταφέρνουν μέσα από τρικυμίες, μέσα από σκληρά χτυπήματα της μοίρας, με φτώχεια και δυστυχία, να ζουν αγαπημένοι, ο ένας για τον άλλον. Να κοιτάζονται στα μάτια γεμάτοι αγάπη, δίνοντας ο ένας κουράγιο στον άλλο.

Ας γυρίσουμε το βλέμμα μας σ’ αυτούς κι ας μαθητεύσουμε τον αρμονικό τρόπο ζωής τους. Ούτε ο θάνατος, ούτε η αρρώστια, ούτε η έλλειψη χρημάτων τους λύγισε, τους έκανε ν’ απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον ώστε να φτάσουν στο σημείο να πουν: "Δεν μ’ αγαπάς!".

Η προσφυγή στο διαζύγιο - εκτός από ορισμένες ειδικές περιπτώσεις - είναι λιποταξία. Κι αυτοί που κοινή συναινέσει διαλύουν τις σχέσεις τους είναι κι οι δυο λιποτάκτες. Αν μάλιστα έχουν και παιδιά, δημιουργούν με την λιποταξία τους και θύματα. Θύματα όχι απ’ αυτά που πέφτουν νεκρά, χτυπημένα θανάσιμα από βόλι, αλλά ζωντανά ναυάγια, γεμάτα πληγές και πίκρες, που θα βασανίζονται σ' όλη τους την ζωή.

- Δεν μ’ αγαπάς!!!

Η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας κι ο άνθρωπος παίζει σ’ αυτήν δύο ρόλους: του θεατή και του αγωνιστή. Αν δεν μπει στην θέση του θεατή, θα χάσει την ομορφιά τη θέα του ανθρώπινου στίβου της ζωής και δεν θα νοιώσει ποτέ τα συναισθήματα της παρηγοριάς, της συμπάθειας, του ενθουσιασμού, της καρτερίας. Αν πάλι δεν γίνει αγωνιστής, μαχητής ποτέ δεν θα νοιώσει την γλυκιά γεύση της επιτυχίας, την εμπειρία της απογοήτευσης, τον πόνο του χτυπήματος και την χαρά της επιδοκιμασίας.

Η ολοκλήρωση του ανθρώπου γίνεται μέσα από θέσεις που ο ίδιος διαλέγει για τον εαυτό του. Η θέση μόνο του θεατή ποτέ δεν θα τον κάνει να νοιώσει δυνατός, σίγουρος. Η θέση μόνο του αγωνιστή ποτέ δεν θα τον κάνει να νοιώσει συμπόνια, φιλευσπλαχνία, αγάπη για τους άλλους. Μόνο αν παίξει και τους δύο ρόλους θα νοιώσει την πλήρη ολοκλήρωση.

Σήμερα ο άνθρωπος αγωνίζεται, πολεμά για κόμματα, ομάδες, ιδεολογίες και δεν αγωνίζεται για την αγάπη.

Δέχεται χτυπήματα, εξευτελισμούς, ταπεινώσεις για τα ιδεολογικά του πιστεύω και δεν αντέχει ένα χτύπημα που θα πέσει στην οικογένειά του, στο σπίτι του.

Αυτός ο αλύγιστος διαδηλωτής, ο φανατικός οπαδός, ο αναρχικός συνδικαλιστής, γίνεται πιο δειλός από τους δειλούς μπροστά στο βάρος των οικογενειακών προβλημάτων.

Γιατί άραγε δεν μπορεί ν’ αγωνισθεί;

Μήπως δεν θέλει;

Ή μήπως έχει πει στον σύντροφό του "Δεν μ’ αγαπάς" και νοιώθοντας την έλλειψη της αγάπης δεν έχει την δύναμη ν’ αγωνισθεί, ακόμα και για να ξανακερδίσει ό,τι έχασε;

Ας σκεφθούμε πρώτα καλά τις συνέπειες των λόγων μας πριν πούμε πάλι στον σύντροφό μας: Δεν μ’ αγαπάς...

 

Είσαι ένας άχρηστος…

Πολλές φορές, όταν θέλουμε να επιρρίψουμε ευθύνες στον άλλον για την μη κοινωνική μας καταξίωση ή για την ελάχιστη ή μερική ικανοποίηση των επιθυμιών μας, στρεφόμαστε προς τον σύντροφό μας και γεμάτοι οργή του λέμε: "Είσαι ένας άχρηστος...".

Όταν το παιδί μας ή ο σύντροφός μας αποτυγχάνει σε μια προσπάθεια από την οποία περιμένουμε την ευκαιρία για να επιδείξουμε τα ανύπαρκτα προσόντα μας, του φωνάζουμε: "είσαι ένας άχρηστος...".

Αλήθεια, πόσο σκληρόκαρδοι πρέπει να είμαστε για να επιτρέπουμε να βγαίνουν από τα χείλη μας λέξεις που πληγώνουν τον σύντροφό μας;

Πόσο εγωιστές είμαστε που τραυματίζουμε ακόμη περισσότερο κάποιον που έχει αποτύχει σε μια του προσπάθεια μόνο και μόνο γιατί αυτή η αποτυχία, μας εμπόδισε να υπερηφανευτούμε;

- Είσαι ένας άχρηστος...

Συνήθως έτσι αρχίζει την επίθεσή του κάποιος κατά του συντρόφου του όταν θέλει να διαμαρτυρηθεί για ανέσεις που δεν έχει, για κοσμική ζωή που δεν κάνει, για στερήσεις και δοκιμασίες που πέρασε ή περνάει. Κι αντί να συμπαρασταθεί στον αγώνα του συντρόφου του ή να τον ενθαρρύνει όταν οι δυσκολίες τον έχουν λυγίσει, με οργή του λέει: "είσαι ένας άχρηστος...".

Έχει σκεφθεί εκείνος ή εκείνη που λέει αυτή την φράση ποιοι παράγοντες επέδρασαν στην ζωή τους δυσμενώς, εμποδίζοντάς τους να φθάσουν στην εκπλήρωση των όποιων ονείρων τους;

Έχουν σκεφθεί μήπως υπερεκτίμησαν τις ικανότητές τους, βάζοντας στόχους που δεν μπορούσαν να πετύχουν;

Έχουν αναλογισθεί ότι η κάθε οικογένεια, το κάθε ζευγάρι, ξεκινά από διαφορετικές αφετηρίες, με άλλες βάσεις την ζωή του και στην συνέχεια οι ευκαιρίες που τους δίνονται διαφέρουν όπως επίσης διαφέρουν οι χαρακτήρες τους, τα προσόντα τους;

Είναι λάθος επομένως να έχει κάποιος για κριτήριο της προσωπικής του ζωής, της ευτυχίας του, μια άλλη οικογένεια που είναι τόσο, μα τόσο ανόμοια με την δική του!

Είσαι ένας άχρηστος...

Πόσο πληγώνουν αυτές οι λέξεις!!!

Τι πίκρα νοιώθει αυτός που τις ακούει από το αγαπημένο του πρόσωπο, την γυναίκα, τον άνδρα, την μάνα, τον πατέρα!

Η περιφρόνηση είναι το χειρότερο δηλητήριο που σκοτώνει όσους επιζητούν την αναγνώριση, την προσοχή μας. Κι όταν αυτοί που αγωνίζονται, που προσπαθούν, έχουν σαν απώτερο σκοπό, την δική μας ευτυχία, η περιφρόνηση είναι περισσότερο οδυνηρή κι από μια αγιάτρευτη πληγή. Μια πληγή που πονά πολύ, όχι γιατί είναι αποτέλεσμα μιας αποτυχίας, αλλά γιατί δεν υπάρχει ανταπόκριση στην αγάπη, στην προσπάθεια.

Είσαι ένας άχρηστος...

Τι αλήθεια επιτυγχάνουμε όταν εκστομίζουμε αυτά τα λόγια;

Αν σε κάποιο νήπιο που προσπαθεί να σταθεί όρθιο στα πόδια του, μιλήσουμε με αυτόν τον περιφρονητικό τρόπο, να είστε σίγουροι ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες να το αποθαρρύνουμε με αποτέλεσμα ή ν' αργήσει να περπατήσει ή να έχει αστάθεια, μια αστάθεια που εμείς θα του έχουμε δημιουργήσει.

Όμως σπάνια γονιός λέει - έστω και γι' αστείο - στο παιδί του πως είναι άχρηστο. Αντίθετα, καμαρώνει βλέποντάς το να προσπαθεί και λίγο προσέχει αν συνομήλικα παιδιά έχουν καταφέρει περισσότερα. Το παιδί στην νηπιακή ηλικία δεν χρησιμοποιείται από τα ζευγάρια για μέτρο σύγκρισης οικογενειών. Αρχίζει να γίνεται μέτρο σύγκρισης από την στιγμή που αυτό θα μπει στο σχολείο. Πολλοί γονείς, θεωρώντας την ευφυΐα ή την εξυπνάδα κληρονομική, θέλουν τα παιδιά τους να πρωτεύσουν. Δεν συγκρίνουν την δική τους νοημοσύνη με τους γύρω τους, αλλά αυτή των παιδιών. Και κάνουν το μεγάλο λάθος να επιτίθενται στα παιδιά όταν αυτά έχουν μικρότερους βαθμούς από άλλα, αδιαφορώντας αν ποτέ δεν κάθισαν μαζί, δίπλα - δίπλα, να λύσουν όλα τα προβλήματα. Προβλήματα σχολικής φύσης αλλά και δικών τους σχέσεων.

Είσαι ένας άχρηστος...

Αυτοί που νιώθουν την ζωή να φεύγει γρήγορα και θέλουν ν' απολαύσουν χαρές και ηδονές που διάφοροι λόγοι τους εμπόδισαν να γευθούν, χρησιμοποιούν εύκολα αυτές τις λέξεις εναντίον του συντρόφου τους.

Αυτοί που δεν χαράζουν την δική τους πορεία, αλλά θέλουν να κάνουν μια ζωή όμοια κάποιου άλλου, αδιαφορώντας από πού αυτός ξεκίνησε και με τι τρόπο εξασφαλίζει τις ανέσεις του, λένε αυτά τα λόγια.

Ας προσέξουμε.

Οι ατέλειες που πιθανόν να έχει κάποιος δεν είναι στοιχείο κατάκρισης. Μόνο ο δόλος κι η σκοπιμότητα τιμωρείται. Και σ' ένα ζευγάρι, αρμονικά δεμένο, δόλος και σκοπιμότητα δεν υπάρχουν.

Οι σχέσεις των ανθρώπων ξεκινούν από το συναίσθημα. Καλό είναι να μη μας συνθλίβει ο υλισμός. Η αγάπη πάντα υπομένει, πάντα ελπίζει, ουδέποτε εκπίπτει όπως λέει κι ο Απόστολος Παύλος. Γι' αυτό ας συμπαραστεκόμαστε στον σύντροφό μας, στο παιδί μας, στον πλησίον μας αντί να τον πληγώνουμε λέγοντάς του "είσαι ένας άχρηστος".

Ας του δώσουμε κουράγιο λέγοντάς του:

- Ας ξαναδοκιμάσουμε μαζί.

Τότε θα ζούμε όλοι αληθινά ευτυχισμένοι...

 

Δώστε δώρο στη γυναίκα, την αγάπη…

Η σύντροφος γυναίκα είναι αυτή που ομορφαίνει το σπίτι, είναι η αιτία για να γυρίσουμε «στην φωλιά μας»…

 

Έναν υπέροχο, έναν θαυμάσιο ρόλο, διαδραματίζει η γυναίκα στη ζωή μας. Έναν ρόλο σύνθετο, δύσκολο, επίπονο γι’ αυτήν, γεμάτο πολλές λύπες κι απογοητεύσεις και λιγοστές χαρές. Τον ρόλο της φίλης, της γυναίκας, της μητέρας, της γιαγιάς.

Από το πρώτο άνοιγμα των ματιών της μπορείς εύκολα να διακρίνεις την επιθυμία της να δημιουργήσει, ν’ αγαπήσει. Είναι το βλέμμα του μικρού κοριτσιού που η φύση ή ο Θεός – ανάλογα με το τι πιστεύει ο καθένας – του έχει δώσει το χάρισμα ή την ευλογία, να δημιουργεί ανθρώπους, να αγαπάει με μιαν ανυπέρβλητη αγάπη την οικογένειά της, όλον τον κόσμο. Κι αυτή την αγάπη, την βλέπεις στο παιχνίδι που κάνει με τις κούκλες, στο παιχνίδι που κάνει με τις φίλες της.

Τα αγόρια, από τη φύση τους, παίζουν παιχνίδια για να νικούν, για να επιβάλλονται. Τα κορίτσια παίζουν παιχνίδια που έχουν σχέση με την οικογένεια, την τρυφερή τους σχέση με το άλλο φύλο, με το μητρικό τους ένστικτο. Κι από πολύ μικρά τα κορίτσια, δείχνουν την αγάπη τους – το καθένα με τον δικό του τρόπο – αλλά διεκδικούν και την αγάπη των άλλων.

Η νέα, στις σχέσεις της με τους συμμαθητές της είναι πάντα πιο ευχάριστη, πιο ανάλαφρη. Όμως κατά βάθος είναι πιο ώριμη από όσο επιφανειακά δείχνει, πιο προβληματισμένη από τα συνομήλικά της αγόρια (μερικές φορές κι από λίγο μεγαλύτερα) για όλα όσα συμβαίνουν γύρω της και για το μέλλον της. Γι’ αυτό και οι συμβουλές μιας φίλης είναι αρκετές φορές καλύτερες από κάποιου συνομήλικου φίλου.

Η σύντροφος γυναίκα είναι αυτή που ομορφαίνει το σπίτι, είναι η αιτία για να γυρίσουμε «στη φωλιά μας». Είναι το καταφύγιό μας, το λιμάνι μας, η σύμβουλός μας, αυτή που μέχρι το τέλος της ζωής μας, όχι απλά θα μας συμπαραστέκεται αλλά πολλές φορές, όταν εμείς οι άντρες θα έχουμε λυγίσει, δεν θα έχουμε την δύναμη να συνεχίσουμε, θα μας πάρει στους ώμους της για να μας περάσει από τις δυσκολίες της ζωής.

Η μάνα είναι αυτή που με την τρυφερότητά της, την αγάπη της, την υπομονή της, γίνεται η στράτα του παιδιού, η σιγουριά του αύριο, ο φύλακας άγγελος στα γεμάτα παγίδες μονοπάτια της ζωής. Κι αν πολλές φορές τα λόγια ή οι πράξεις των παιδιών πληγώνουν την καρδιά της μάνας, αυτή, με μια θεϊκή δύναμη αλλά κι αγάπη, συγχωρεί.

Κι αλήθεια, μόνον ο Θεός και η μάνα έχουν αυτήν την δύναμη. Να συγχωρούν ακόμα και το μεγαλύτερο λάθος, να συγχωρούν κι ας πληγώθηκαν βαθιά.

Αλλά κι αυτή η γλυκιά μορφή της γιαγιάς, με την τόσο ζεστή ματιά και την μεγάλη αγκαλιά, πόση ανακούφιση μας δίνει, πόσους κακούς εφιάλτες μας διώχνει!

Η γιαγιά είναι εκείνη που μας βάζει στον μαγικό κόσμο του παραμυθιού αλλά κι η γιαγιά είναι αυτή που μας συμβουλεύει για τους κινδύνους που παραμονεύουν. Η γιαγιά είναι εκείνη που μας συνδέει με το παρελθόν, με τις ρίζες μας, νανουρίζοντάς μας με παλιά τραγούδια ή λέγοντάς μας παλιές θαυμάσιες ιστορίες.

Τι περισσότερο, τι σημαντικότερο θα μπορούσαμε εμείς οι άντρες να δώσουμε στις γυναίκες για τα όσα μας προσφέρουν; Τα δώρα είναι σίγουρα μια ένδειξη αγάπης, αναγνώρισης, αλλά από μόνα τους αρκούν;

Νοιώθει ικανοποίηση η γυναίκα από ένα λουλούδι, από ένα χρυσαφικό, μα θα νοιώσει ευτυχισμένη διπλά αν αισθανθεί ότι την αγαπάμε γι’ αυτό που είναι. Την αγαπάμε γιατί έχουμε αναγνωρίσει την μεγάλη της προσφορά στην οικογένεια, στην κοινωνία. Την αγαπάμε γιατί είναι αυτή, η μία, η μοναδική, η αναντικατάστατη, η γυναίκα μας!

Αυτή η κατανόηση, αυτή η αναγνώριση, φαίνεται στα μάτια μας, στα λόγια μας, στις πράξεις μας.

Ας δώσουμε λοιπόν στις γυναίκες το μόνο δώρο που ζητούν από εμάς, τους συζύγους, τα παιδιά, την κοινωνία.

Ας δώσουμε σαν δώρο την αληθινή αγάπη, αυτή που αγαλλιάζει, ανακουφίζει, παρηγορεί, για να γίνουν κι αυτές το ίδιο ευτυχισμένες όπως κι εμείς…

 

Χτυπά η καρδιά μου…

Χτυπά η καρδιά μου που σε πρωτοβλέπω παιδί μου. Τι άραγε πρέπει να κάνω τώρα που κλαις στα χέρια της μαμής;

Γλυκούλη μου, να ήξερες πόσο αδύναμος κι ανίσχυρος νοιώθω! Όλη η γνώση, όλες οι συμβουλές, όλη η προετοιμασία που κάναμε για να σε υποδεχθούμε, χάθηκαν μπροστά στο πρώτο κλάμα, στην πρώτη σου επαφή με τον κόσμο μας. Κι αν τώρα, που είσαι τόσο μικρούλης, δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα, τι άραγε θα κάνω όταν μεγαλώσεις;

Όμως, ευτυχώς, στην αγκαλιά της μητέρας σου σωπαίνεις, γαληνεύεις, και με γλυκό χαμόγελο μου λες «θα τα καταφέρεις πατέρα!» Κι αυτό μου δίνει κουράγιο…

Χτυπά η καρδιά μου στο πρώτο σου περπάτημα… Φοβάμαι μήπως πέσεις και χτυπήσεις! Φοβάμαι μην πονέσεις! Όμως πρέπει να σ’ αφήσω να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου, να σταθείς στα πόδια σου! Πρέπει να γίνεις δυνατό παιδί, να στηρίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις, να έχεις θάρρος κι αυτοπεποίθηση! Κρύβω τον φόβο μου και σ’ ενθαρρύνω να κάνεις τα πρώτα σου βήματα στην στράτα, στρατούλα…

Χτυπά η καρδιά μου όταν χάνεσαι πίσω από την πόρτα του σχολείου. Ξεκινά ο πρώτος αγώνας που δίνεις! Μέσα σε ξένο περιβάλλον, με άλλον να σε καθοδηγεί στα μονοπάτια της γνώσης.

Κι όταν το χεράκι σου σχεδιάζει την πρώτη εικόνα, το πρώτο γράμμα, χαρά μεγάλη με πλημμυρίζει γιατί το έκανες εσύ, γιατί αυτή η ζωγραφιά είναι πιο πολύτιμη για μένα κι από τον πιο ακριβό πίνακα ενός διάσημου ζωγράφου.

Παιδί μου! Στην εφηβεία που μπήκες οι συγκρούσεις μας είναι αναπόφευκτες και τρελά χτυπά η καρδιά μου. Δοκιμάζεις τα πρότυπά σου. Αμφισβητείς τις συμβουλές μας, τον τρόπο ζωής μας. Προσπαθείς να δείξεις πως μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου, πως είσαι ικανό να ξεχωρίζεις τους κινδύνου, πως έχεις σωστή κρίση στις επιλογές που κάνεις για το μέλλον σου.

Δεν φοβάμαι εσένα. Φοβάμαι τους άλλους. Αυτούς που δεν ξέρω. Αυτούς που βλέπω και δεν μπορώ να τους καταλάβω.

Μακριά μαλλιά, αυθάδικος τόνος φωνής, σκουλαρίκια σε διάφορα σημεία του σώματος, παράξενο ντύσιμο.

Καλά παιδιά μου λες ότι είναι. Θέλω να σε πιστέψω μα δεν μπορώ! Ακούω και βλέπω τόσα πολλά που τρομάζω στη σκέψη πως κάτι μπορεί να σου συμβεί, κάποιος φίλος να σε παρασύρει. Βλέπεις, σε κάθε γωνιά, σε κάθε στέκι της νεολαίας, παραμονεύει ο θάνατος. Τρελά παιδιά, καλά παιδιά, κάνουν κόντρες με τον θάνατο, καβάλα στις μηχανές τους. Γιατί άραγε δεν τα σταματάει κανείς; Γιατί η πολιτεία επιτρέπει εκατοντάδες παιδιά να σκοτώνονται ή να σακατεύονται με τις μηχανές και δεν λαμβάνει τα μέτρα που πρέπει; Γιατί σε άλλες χώρες έχουν λιγότερα ατυχήματα από εμάς;

Μεγάλωσες παιδί μου και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Περπατάς στο δρόμο και σε καμαρώνω. Είσαι το παιδί μου, το καμάρι μου!

Κι εκεί στην εκκλησιά, ξεκινάς την δική σου ζωή, την δική σου προσπάθεια να φτιάξεις οικογένεια. Συγγενείς και φίλοι μου δίνουν συγχαρητήρια, όμως τ’ αυτιά μου είναι κλειστά, γιατί από σήμερα σε χάνω από το σπίτι.

Δεν θα ξενυχτήσω ξανά πίσω από την πόρτα να σε περιμένω να γυρίσεις. Θα είσαι τώρα στο σπίτι σου, με το ταίρι σου. Σε μένα θα έρχεσαι σαν επισκέπτης. Πως θα αντέξει η καρδιά χωρίς εσένα;

Ξανά περιμένω τη μαμή. Η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά.

Αχ, Θεέ μου! Πόση άραγε ευτυχία και πόση αγωνία θα μου δώσεις ακόμα;

Χτύπα καρδιά μου!

Το κλάμα που ακούς είναι από το παιδί του παιδιού μου!

Χτύπα καρδιά μου!

Το παιδί μου με θέλει δίπλα του γιατί τώρα θα έχει πιο μεγάλες φροντίδες!

Χτύπα καρδιά μου!!!

 

Πώς να σ’ ευχαριστήσω…

Είδα το φως μέσ’ απ’ τα μάτια σου.

Γνώρισα την στοργή, στην αγκαλιά σου.

Πήρα την πρώτη τροφή από το σώμα σου.

Ένοιωσα το τρυφερό χάδι των χεριών σου.

Με κράτησες στα πρώτα μου βήματα.

Πώς να σ’ ευχαριστήσω μαμά μου;

Μου σιγοψιθύριζες τρυφερά τραγούδια όταν με νανούριζες.

Κρυβόμουν πάνω σου όταν φοβόμουν.

Μου κράταγες το χέρι όταν έγραφα τα πρώτα μου γράμματα.

Έκλαιγες κι εσύ μαζί μου όταν κτυπούσα.

Έπαιζες μαζί μου τις άδειες ώρες μου.

Πώς να σ’ ευχαριστήσω μητέρα μου;

 

Στο προσκεφάλι μου ξαγρυπνούσες όταν αρρώσταινα.

Φάρμακο ήταν τα δάκρυά σου.

Λιοντάρι γινόσουνα όταν με αδικούσαν.

Με περίσσια αγάπη μου έδειχνες τα λάθη μου.

Με υπομονή καρτερούσες να γυρίσω τα βράδια.

Πώς να σ’ ευχαριστήσω μάνα μου;

Μαζί διαβάζαμε για το σχολείο

λες κι εσύ θα έδινες εξετάσεις.

Φωτίσθηκε από χαρά το πρόσωπό σου

όταν πήρα το πτυχίο μου.

Γεμάτη περηφάνια με συνόδεψες

όταν παρουσιάστηκα στον στρατό.

Με χαρές υποδέχθηκες την κοπέλα

που θα γινότανε γυναίκα μου.

Καμάρωνες στην εκκλησιά

την μέρα που παντρευόμουν.

Πώς να σ’ ευχαριστήσω μανούλα μου;

 

Στα χέρια σου πήρες το παιδί μου

κι ένοιωσα πως τίποτα δεν άλλαξε από τότε,

π’ αγκάλιαζες εμένα.

Τα ίδια τραγούδια του σιγοψιθύρισες,

μαζί του έπαιζες όπως και τότε.

Τα μάτια σου γεμάτα ζεστασιά το κοιτούσανε

Τα χείλη σου τα ίδια γλυκά λόγια του λέγανε.

Πώς να σ’ ευχαριστήσω καλή μου μάνα;

 

Μου λένε πως ρυτίδες αυλάκωσαν το πρόσωπό σου.

Μου λένε πως πιο βαριά σέρνεις τα βήματά σου.

Όμως εγώ όταν σε κοιτώ,

αντικρίζω πάντα το ίδιο γλυκό πρόσωπο,

αυτό που πρωτόδα όταν άνοιξα τα μάτια μου,

βλέπω το ίδιο ανάλαφρο το βάδισμά σου,

το ίδιο τρυφερό το χαμόγελό σου.

Έτσι θα σε βλέπω πάντα,

γιατί είσαι η μητέρα μου,

είσαι αυτή που πάντα θα έχω στην καρδιά μου.

 

Μέρος Ε΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα του Κόσμου

 

Μεγάλη Εβδομάδα: Μάθημα για τον άνθρωπο

 

Οι ημέρες που έρχονται είναι για τον κάθε άνθρωπο σελίδες μέσα από τις οποίες μπορεί να αντλήσει πλήθος συμπερασμάτων τόσο για τον τρόπο που πρέπει να ζει, να συμπεριφέρεται, όσο και για τις αντιδράσεις των κενόδοξων και της μάζας.

Από την Κυριακή των Βαΐων παρακολουθεί κανείς τον Χριστό να εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ και το πλήθος να τον υποδέχεται φωνάζοντας «ωσαννά».

Κι Αυτός, πάνω στο γαϊδουράκι, δείχνει με την ταπεινότητά Του, ότι οι τίτλοι, τα αξιώματα, τα γαλόνια, είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα που απέχουν πολύ από τις θεϊκές επιθυμίες. Τα διακριτικά γνωρίσματα έχουν σχέση με την εξουσία που ασκούν οι λίγοι στους πολλούς, με τη δυνατότητα που έχουν ορισμένοι ν’ αποφασίζουν για τις τύχες των λαών, για την ευχέρεια που έχουν κάποιοι να επιβάλουν την θέλησή τους με την βία, τα όπλα.

Η εμφάνιση του Ιησού πάνω στο συμπαθητικό τετράποδο μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι. Σίγουρα θα υπήρχε η δυνατότητα να Του χορηγηθεί ένα άλογο ή μια άμαξα αφού αρκετοί επιφανείς άνδρες της περιοχής είχαν ταχθεί με το μέρος Του, είχαν αποδεχθεί τους λόγους Του. Όμως Εκείνος προτίμησε το πλέον κατώτερο των τετραπόδων που χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά ανθρώπων, το γαϊδουράκι, θέλοντας ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να μας δείξει πως η αληθινή λαμπρότητα, το μεγαλείο, δεν βρίσκεται μέσα στα μετάξια και στα χρυσαφικά, στις φανταχτερές στολές και την εντυπωσιακή παρουσία, αλλά στο μεγαλείο της ψυχής, στη δύναμη του Λόγου της Αλήθειας, της Αγάπης.

Η ακτινοβολία του ενάρετου είναι πιο μεγάλη, πιο εκθαμβωτική, πιο επιβλητική από του αξιωματούχου εκείνου που κρύβει μέσα από την λαμπερή στολή του μια ψυχή γεμάτη κακία, φιλοδοξία, απληστία.

Οι εκδηλώσεις του όχλου είναι χαρακτηριστικές. Αποθεώνουν τον Ιησού, τον υποδέχονται με μεγάλες τιμές. Κι αυτός ο όχλος, αυτοί οι άνθρωποι, μέσα σε λίγες ημέρες, παρασυρμένοι από τους Γραμματείς και Φαρισαίους, θα φωνάζουν «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν»!

Έλλειψη κρίσης; Έλλειψη λογικής; Ένα είναι σίγουρο. Ότι ακόμη και σήμερα ο όχλος έχει την ίδια συμπεριφορά, τον ίδιο παρορμητισμό. Παράδειγμα οι φίλαθλοι των ομάδων που τη μία στιγμή αποθεώνον τους αθλητές και τους προπονητές και την άλλη στιγμή τους βρίζουν, τους προπηλακίζουν, απαιτούν «την κεφαλή τους επί πίνακι».

Αυτός που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον άνοο και άβουλο όχλο, τον όχλο που άγεται και φέρεται από τους επιτήδειους λαοπλάνους, θα πρέπει να γνωρίζει πως θα καταπνιγεί η λογική και η ηθική του, ενώ αντίθετα, θα αφυπνιστούν τα ένστικτα και οι ορμές του σε τέτοιο σημείο που αρκετές φορές θα κάνει πράξεις καταδικαστέες, πράξεις που βλέποντάς τες αργότερα θα μετανοεί αλλά θα είναι αργά για να επανορθώσει.

Η δίκη του Ιησού μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως ο ενάρετος δεν κινδυνεύει από τους κακούς ή από τον αγριεμένο όχλο, αλλά από τον ευθυνόφοβο δικαστή, από τον πολιτικάντη που θυσιάζει τον δίκαιο προκειμένου να μην δυσαρεστήσει τους πολλούς. Διαπραγματεύεται με τους παράγοντες της κοινωνίας και την μάζα, την απελευθέρωση ενός κακούργου με την θανάτωση ενός αθώου. Δεν έχει το ψυχικό σθένος, το ηθικό ανάστημα, να πάρει και να επιβάλλει την απόφαση αυτή που του υπαγορεύει η λογική του αλλά και η καρδιά του.

Το «νίπτω τας χείρας μου» είναι η επιβεβαίωση της ευθυνοφοβίας, η έλλειψη ανδρισμού και γενναιότητας. Πόσες φορές αλήθεια δεν έχει επαναληφθεί αυτή η πράξη;

Ο Γολγοθάς είναι ενδεικτικός της μεγάλης δυσκολίας που έχει ο άνθρωπος να βιώσει, ν’ ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξε ο Ιησούς. Η δε Σταύρωση φανερώνει την δυσκολία της θυσίας για τους άλλους αλλά και της Συγνώμης.

Γνώριζε ο Χριστός το οδυνηρό τέλος Του, τον προορισμό Του. Γι’ αυτό σαν άνθρωπος ζήτησε από τον πατέρα Του να άρει την απόφασή Του, να γλιτώσει από το μαρτύριο. «Απελθέτω από εμού το ποτήριον  τούτο».

Όμως, αμέσως μετά ζητώντας συγχώρεση γι’ αυτή την τόσο ανθρώπινη στιγμή του, λέει: «Γεννηθήτω το θέλημά Σου».

Συγκλονιστική στιγμή που φανερώνει στον κάθε πιστό πως η θέση πάνω στο σταυρό δεν ανήκει στον άνθρωπο αλλά στον Θεάνθρωπο. Γι’ αυτό κι εμείς, θα παραμείνουμε άνθρωποι όσο θα δειλιάζουμε ν’ ανεβούμε πάνω στο σταυρό που κουβαλάμε. Για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις ανθρώπινες αδυναμίες, για να φθάσουμε στο «κατ’ εικόνα κι ομοίωσιν» θα πρέπει να πιστέψουμε σ’ αυτόν και να πούμε ταπεινά «Γεννηθήτω το θέλημά Σου». Θα πρέπει τόσο κατά την διάρκεια που θ’ ανεβαίνουμε τον Γολγοθά, όσο και πάνω στο σταυρό, να ζητάμε από τον πατέρα μας να συγχωρέσει όλους αυτούς που παρασυρμένοι από τα πάθη τους μας κατατρέχουν. «Πάτερ, άφες αυτοίς, Ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Μόνο έτσι μπαίνει τέλος στην αδικία, στο μίσος, στην κακία. Όταν έχουμε τη δύναμη να δικαιολογούμε, να αντέχουμε, να συγχωρούμε. Η προσπάθειά μας ν’ ανταποδώσουμε, τα δηλητηριώδη βέλη, τις ανήθικες επιθέσεις, μόνο σ’ έναν διαρκή πόλεμο οδηγεί. Σ’ έναν πόλεμο, με οδυνηρές πολλές φορές συνέπειες, με απώλεια της ψυχής.

Φθάνοντας τέλος, στην Κυριακή του Πάσχα, αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε στην αρχή, ότι γίνεται ένα νέο ξεκίνημα.

Η Ανάστασή Του φανερώνει τον μεγάλο προορισμό του ανθρώπου αλλά και την ελευθερία του να επιλέξει ανάμεσα στο Φως και το Σκοτάδι.

Η απάντηση του Χριστού στον ληστή που πίστεψε την τελευταία στιγμή, πάνω στο σταυρό, ότι είναι Υιός Θεού, μας δείχνει τις δύο πύλες, τα δύο περάσματα του ανθρώπου μετά τον θάνατο.

«Αμήν λέγω σοι σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».

Ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής του ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να κερδίσει την Βασιλεία των ουρανών. Αρκεί να πιστέψει αληθινά σ’ Εκείνον.

Αν ανοίξει την καρδιά του σ’ Αυτόν, τότε είναι βέβαιο ότι θα δεχθεί το Φως Του, θα έχει μια θέση δίπλα Του.

Η διδαχή της Μεγάλης Εβδομάδας και το ελπιδοφόρο μήνυμα της Ανάστασής Του, είθε να μας οδηγούν πάντα.

 

Ταπεινός Βασιλιάς των εγωιστών…

Κυριακή των Βαΐων και πολλές σκέψεις θα πρέπει να μας βασανίσουν πριν βαδίσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα δίπλα Του, στον Γολγοθά.

Κυριακή των Βαΐων κι αξίζει να θυμηθούμε την συμπεριφορά, τόσο την δική μας όσο και του λαού σε στιγμές που υπήρχε ενθουσιασμός αλλά και σε στιγμές οργής, οδύνης ή παρορμητισμού.

Βάγια στρώνανε κι όλοι έψελναν το «Ωσαννά» για να περάσει ο Χριστός στην Ιερουσαλήμ. Ήταν ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας.

Αν και Θεός, βασιλιάς των Ιουδαίων αλλά και όλων των ανθρώπων, δεν εισήλθε στην πόλη πάνω σε χρυσοφόρο άρμα και ντυμένος με λαμπερή κι εντυπωσιακή στολή.

Ταπεινός, με λιτή ενδυμασία και γαλήνιο βλέμμα, πάνω σε ένα γαϊδουράκι, μπήκε στην πόλη, γνωρίζοντας πως σε λίγο άρχιζε η τελευταία πράξη του Θείου Δράματος.

Εμείς άραγε γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, που πάμε, ποια είναι η αποστολή μας;

Για Εκείνον όλα αυτά ήταν γνωστά.

Εκείνος, ο Υιός του Θεού, ήταν ταπεινός, ήρεμος, με την καρδιά γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους, έτοιμος να θυσιαστεί για την σωτηρία τους. Αυτοί που τον επευφημούσαν, που ζητωκραύγαζαν, αποδείχθηκαν ανώριμοι, εγωιστές, σκληροί, άδικοι.

Γιατί άραγε συνέβησαν όλα αυτά; Γιατί από την μια στιγμή στην άλλη, άλλαξε η συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στον Χριστό; Φταίγανε οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι; Έφταιγε ο Ιούδας; Ή μήπως έφταιγε το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, αυτός ο όχλος, δεν ήξερε, όχι μόνο ποιον είχε απέναντί του, αλλά και τι πραγματικά ήθελε;

Ακόμη και σήμερα παρατηρούμε τέτοιες συμπεριφορές από τη μάζα, που ενεργεί αλόγιστα, άδικα, σκληρά, εναντίον προσώπων που είναι ινδάλματα ή πολιτικές προσωπικότητες.

Τη μια στιγμή αποθεώνεται από τους φιλάθλους ο ποδοσφαιριστής όταν με ενέργειές του οδηγεί στη νίκη την ομάδα του και την άλλη στιγμή, προπηλακίζεται όταν έχει μια κακή απόδοση κι ένα άτυχο αποτέλεσμα.

Οι ίδιοι άνθρωποι τον χειροκροτούσαν τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν και οι ίδιοι είναι αυτοί που τον χτυπούν, τον φτύνουν, ζητούν την αποπομπή του.

«Μπράβο αγόρι μου!» φωνάζουν τη μια στιγμή, «φτου σου αλήτη» την άλλη!

Γιατί υπάρχει αυτή η συμπεριφορά; Είναι κακός ο ποδοσφαιριστής ή απαράδεκτες οι ενέργειες των φιλάθλων;

Καλός είναι ο πολιτικός που οδηγεί σε επιτυχίες το κόμμα του, την παράταξή του, όταν μας κάνει τα ρουσφετάκια μας. Τον βρίζουμε όμως στην πρώτη άρνησή του να μας ικανοποιήσει ένα αίτημα, τον καταψηφίζουμε όταν δεν μας κάνει τον διορισμό που θέλουμε. Δεν εξετάζουμε ήθος και ικανότητες. Τιμωρούμε εκείνον που αρνήθηκε ή δεν μπόρεσε να μας κάνει το ρουσφέτι που ζητήσαμε. Είμαστε υποκριτές, εκδικητικοί, αντιδημοκράτες, πολιτικά ανώριμοι.

Ενώ στις παρέες μιλάμε για ισότητα, για δημοκρατικές διαδικασίες, πρώτοι καταστρατηγούμε αυτά που διακηρύσσουμε και τρέχουμε πίσω από πολιτικούς για να μας πάρουν στην δουλειά, έστω κι αν έχουμε μεγάλα εισοδήματα, αφήνοντας χωρίς ένα πιάτο φαί, ορφανά, πολύτεκνες οικογένειες.

Μιλάμε για αξιοκρατία, και πρώτοι εμείς εφαρμόζουμε την αναξιοκρατία όταν ζητάμε να διορισθούμε εμείς με τα λιγότερα προσόντα, υπερπηδώντας κι αφήνοντας άνεργους άλλους, πολύ καλύτερους από εμάς.

Είμαστε εγωιστές, συμφεροντολόγοι, καλοί στη θεωρία αλλά άδικοι απέναντι στους άλλους. Είμαστε ο εαυτούλης μας.

Τέτοιοι, σαν κι εμάς, ήταν αυτοί που υποδέχθηκαν τον Χριστό στην Ιερουσαλήμ. Σαν τους φιλάθλους που υποδέχονται με ενθουσιασμό το νέο μεταγραφικό αστέρι της ομάδας αλλά με την πρώτη κακή εμφάνιση, τον γιουχάρουν.

Σαν τους πολίτες που αποθεώνουν και υποστηρίζουν τον πολιτικό που τους κάνει τα ρουσφέτια αλλά και που τον βρίζουν, τον κατηγορούν και τον καταψηφίζουν όταν δεν τους ικανοποιήσει ένα αίτημα.

Ξεχνάμε όλα όσα καλά μας έχει κάνει στο παρελθόν και σταματάμε στο ένα, αυτό που δεν μας έκανε, παραβλέποντας συγχρόνως και το συνολικό του έργο στην κοινωνία.

Κυριακή των Βαΐων.

Αποθεώνεται ο Υιός του Θεού κι ανησυχούν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι.

Αν ήξεραν πως οι άνθρωποι είναι αχάριστοι κι άπληστοι, δεν έπρεπε να ανησυχούν.

Όσα θαύματα κι αν έκανε ο Χριστός, όσα θεόπνευστα λόγια κι αν είπε, θα τον σταύρωνε ο όχλος στην πρώτη ευκαιρία, στην πρώτη δύσκολη στιγμή.

Μεγάλο μήνυμα δίνει η Κυριακή των Βαΐων στην ανθρωπότητα.

Πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας.

Να γνωρίσουμε τον εαυτό μας αλλά και τους άλλους γύρω μας.

Να δυναμώσουμε την πίστη μας και να μην επιτρέψουμε σε κανέναν και με καμία δύναμη να την αλλοιώσει.

Να αγαπήσουμε τον πλησίον μας όπως Αυτός μας αγάπησε.

Να γίνουμε ταπεινοί και μετρημένοι κι όχι εγωιστές και παρορμητικοί.

Ο Χριστός με κάθε Του λέξη, με κάθε Του πράξη, μας έδωσε χρήσιμα μηνύματα.

Ας τα προσέξουμε, ας τα ερμηνεύσουμε, ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε κι εμείς πράξη. Πράξη στην καθημερινή δύσκολη πορεία μας στον Γολγοθά της ζωής…

 

Ο Μεγάλος Δείπνος

 

 «Άνθρωπος τις εποίησε δείπνον μέγα, και κάλεσε πολλούς» (Κατά Λουκά Ευαγγέλιο, κεφ. ΙΔ΄, στίχος 16)

Ο καλύτερος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων γίνεται όταν βρίσκονται γύρω από ένα τραπέζι χαράς κι αγάπης, ένα τραπέζι που γύρω του έχει τιμώμενους προσκεκλημένους αλλά κι αυτούς που προσκαλούν και πρέπει όλοι να τους σέβονται.

Από τους αρχαίους χρόνους η πρόσκληση σε δείπνο ήταν ιερή, στην Ελλάδα δε το τραπέζι προστατευόταν από τον Ξένιο Δία. Οι πρόγονοί μας είχαν καταλάβει την σπουδαιότητα αυτής της πράξης και γι’ αυτό στο τραπέζι έβαζαν και τον Δία συνδαιτυμόνα.

Μα και στο Χριστιανικό τραπέζι προσκεκλημένος είναι ο Χριστός κι η Παναγιά μέσα από την προσευχή που λέγεται:

«Έλα Χριστέ και Παναγιά και κάθισε κοντά μας κι ευλόγησε το φαγητό που έχει η τράπεζά μας». Και σ’ αυτό το χριστιανικό τραπέζι, το φτωχικό ίσως, η θεία χάρη Του δίνει την ευλογία Του.

Η παρουσία του Χριστού σε δείπνα δεν είναι τυχαία. Τιμά κι ευλογεί τον γάμο στην Κανά. Αποδέχεται προσκλήσεις για δείπνο από Τελώνες και Φαρισαίους, φτωχούς και πλουσίους. Ο ίδιος ο Χριστός προσφέρει πνευματική και υλική τροφή στους χιλιάδες ακροατές – πιστούς και άπιστους, εχθρούς και φίλους – στην επί του όρους ομιλία. Ακόμη παρακολουθούμε την ιερή σημασία του δείπνου λίγο πριν από την σταύρωση. Γύρω από το τραπέζι, στον Μυστικό Δείπνο, ο Χριστός ανακοινώνει στους μαθητές του τον επερχόμενο θάνατό Του. Τους συστήνει ν’ αγαπούν ο ένας τον άλλον. Τους διδάσκει την ταπείνωση πλένοντάς τους τα πόδια. Όμως σ’ αυτόν, τον Μέγα Δείπνο, φανερώνονται αυτοί που τον πιστεύουν, που τον αγαπούν κι εκείνος που ποτέ δεν κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί του, να δει την μεγάλη αλήθεια, αυτός που τον πρόδωσε.

Μεγάλη η σπουδαιότητα του δείπνου αλλά και της πρόσκλησης. Μια πρόσκληση που όπως η παραβολή μας λέει, συχνά δεν γίνεται αποδεκτή από ορισμένους «Και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τοις κεκλημένοις, έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμά εστί πάντα». (στίχος 17)

Στέλνονται προσκλήσεις και στους καλεσμένους λέγεται να έρθουν γιατί όλα είναι έτοιμα.

«Και ήρξατο από μιας παρατείσθαι πάντες…» συνεχίζει η παραβολή για να φανερώσει τις επιφανειακές δικαιολογίες των προσκεκλημένων ή την σκληροκαρδία τους, στο κάλεσμά Του.

Έτσι πολλές φορές και εμείς, απορρίπτουμε κάποιες προσκλήσεις, με την ίδια ελαφρότητα, την ίδια σκληροκαρδία. Τι άραγε μας οδηγεί σ’ αυτή την συμπεριφορά;

Αν προσέξουμε τον τρόπο ζωής μας θα δούμε ότι:

1) Είμαστε λάτρεις του μονολόγου κι εχθροί του διαλόγου. Ενοχλούμεθα όταν οι άλλοι αντικρούουν τα λεγόμενά μας, όταν έχουν την δική τους άποψη, αλλά το χειρότερο, όταν μιλούν δεν τους ακούμε για να κατανοήσουμε το μήνυμα που μας στέλνουν, αλλά σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς για να φανούμε σπουδαίοι, μεγάλοι.

2) Σήμερα ο άνθρωπος δεν συμβιώνει με τους άλλους συνανθρώπους του. Προσπαθεί μέσα από αγώνες να επιβιώσει, να κερδίσει όλα εκείνα τα υλικά αγαθά που θα του δώσουν ανέσεις, δόξα, πλούτη. Δεν τον ενδιαφέρει αν πατά πάνω στους άλλους προκειμένου να πετύχει τους στόχους του. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να επιβιώσει, να νικήσει.

3) Η μοναχικότητα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου. Υπάρχει ανάμεσα σε λίγους ή πολλούς, έχει οικογένεια και παρέες, όμως αισθάνεται πολύ μόνος.

4) Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι σήμερα τέτοιες που να δικαιολογούν την άνοδο τόσο του πνευματικού επιπέδου όσο και του κατά κεφαλήν εισοδήματος; Μάλλον όχι. Οι σχέσεις είναι τεταμένες και κανείς δεν συγχωρεί τα σφάλματα ή τις παραλείψεις των άλλων.

Σ’ ένα τραπέζι όμως, σ’ αυτό το φτωχό ή πλούσιο δείπνο, που αυτός που προσκαλεί είναι ο άσημος ή διάσημος και προσκεκλημένοι οι επίσημοι ή απλοί άνθρωποι δίνεται η ευκαιρία να πραγματοποιηθούν τα πιο κάτω:

α) Διάλογος: Σε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα όπου κυριαρχεί η αγάπη, μικροπαρεξηγήσεις και πικρίες σβήνονται. Σ’ ένα δείπνο κάνεις διάλογο με τους άλλους, ξεχνάς την επιθυμία σου για προβολή ή επιβολή, ζεσταίνεται η καρδιά σου νοιώθοντας τους άλλους πιο κοντά, πιο ανθρώπινους. Κι αυτό είναι το

β) Η επικοινωνία: Μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα, συζητάμε τα κοινά προβλήματά μας κι αναζητούμε λύσεις, επαινούμε αυτόν που προοδεύει και παρηγορούμε αυτόν που πληγώθηκε. Γύρω από το τραπέζι, γίνονται όλοι φίλοι, τραγουδούν και χορεύουν ευτυχισμένοι, γιατί επιτέλους επικοινωνούν. Κάτι που τόσο λείπει σήμερα από την κοινωνία μας.

γ) Η συνύπαρξη:Από μοναχική ύπαρξη ο άνθρωπος μέσα από αυτή την ιερή τελετουργία του δείπνου, συνυπάρχει μαζί με τους άλλους. Νοιώθει ασφαλής γιατί γύρω του έχει φίλους, ανθρώπους που τον αγαπούν, που μπορούν να τον στηρίξουν σε μια δυσκολία. Και είναι πράγματι πιο ευτυχισμένος εκείνος που έχει αποδιώξει την ανασφάλεια.

δ) Η Συμμετοχή:Συμμετέχοντας σε τέτοιες προσκλήσεις ο άνθρωπος μαθαίνει να συμβιώνει, να συμπάσχει, να συναισθάνεται. Κι αυτή η κοινωνία που έχει για μέλη της ανθρώπους που κάνουν διάλογο, που επικοινωνούν, που συνυπάρχουν, που συμβιώνουν, μπορεί με αισιοδοξία να βλέπει το μέλλον. Αν κάποιο στοιχείο από τα πιο πάνω απουσιάζει, υπάρχει πρόβλημα.

Οι δικαιολογίες όμως των προσκεκλημένων μπορούν να σταθούν εμπόδιο σ’ εκείνον που θέλει να βρει ανθρώπους πρόθυμους να επικοινωνήσουν, να συμβιώσουν;

Η παραβολή μας δίνει την απάντηση.

«Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτού, έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως,ο και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε» (στίχος 21).

Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι, που δεν φέρουν τίτλους ή δεν έχουν πλούτη, άνθρωποι που έχουν κτυπηθεί από κάποια αρρώστια, μπορούν όμως να κάτσουν ισότιμα στο τραπέζι, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να τιμήσουν την πρόσκληση του οικοδεσπότη. Και κλείνει η παραβολή λέγοντας:

«Λέγω γαρ υμίν, ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου» (στίχος 24).

Κανένας από αυτούς που προσκλήθηκαν αλλά αρνήθηκαν την πρόσκληση, δεν θα γευθεί την βασιλεία των ουρανών.

Κι εκείνοι που απορρίπτουν ή αγνοούν προσκλήσεις για δείπνο εγκλωβίζονται στον μοναχισμό και την ανασφάλεια που νοιώθουν. Με την έλλειψη επικοινωνίας που υπάρχει μεταξύ και των πλέον κοντινών του προσώπων. Αγωνιούν στη μάχη που δίνουν για επιβίωση. Η ψυχή τους είναι δυστυχισμένη, η συνείδηση τους ελέγχει, αλλά ο εγωισμός που έχει κυριαρχήσει επάνω τους, τους εμποδίζει να δουν την πραγματικότητα.

Ένα τέτοιο δείπνο, διοργάνωσαν παιδιά προσκαλώντας γονείς. Διοργάνωσαν μια βραδιά γι’ αυτούς, μόχθησαν για να τους προφέρουν όχι μόνο πολλά φαγητά, αλλά πολλή αγάπη και μια ευκαιρία για μια ουσιαστικότερη επαφή για έναν καλύτερο τρόπο επικοινωνίας.

Δυστυχώς όμως αρκετοί από εκείνους που ενημερώθηκαν – γιατί ήταν αδύνατον να ενημερωθούν και να προσκληθούν όλοι οι γονείς – δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα.

Το ερώτημα που γεννάται είναι αν πράγματι ενδιαφέρονται οι γονείς για την επίλυση των προβλημάτων της νεολαίας ή οι στόχοι τους είναι άλλοι.

Όποια απάντηση και να δοθεί δεν έχει καμιά σημασία. Τα παιδιά συνεχώς ξεμακραίνουν από κοντά μας γιατί διαισθάνονται το πόσο υποκριτές είμαστε.

Οφείλουμε όλοι να δούμε τη συμπεριφορά μας.

Ας παραδειγματιστούμε από την παραβολή.

Ας καταλάβουμε το νόημά της.

Ίσως έτσι μπορέσουμε να φτιάξουμε την κοινωνία μας καλύτερη, ίσως έτσι ακούσουμε τα παιδιά που μας προσκαλούν αλλά εμείς τα αγνοούμε, επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε άλλα προβλήματα κι όχι στα ίδια τα παιδιά μας…

 

Χριστό ή Βαραββά;

Τα μηνύματα που μας δίνει η Εβδομάδα των Παθών είναι πολλά και χρήσιμα.

Πρέπει πάντα να θυμόμαστε τις μωρές παρθένες που αποκοιμήθηκαν περιμένοντας τον Νυμφίο, χάνοντας έτσι την ευκαιρία, να τον υποδεχθούν.

Πρέπει να μην λησμονούμε, πως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι θέλησαν κι οργάνωσαν την θανάτωση του Χριστού, όχι μόνο γιατί ο κόσμος έτρεχε κοντά του για να ακούσει από τα χείλη του τον Θείο Λόγο, τον λόγο της Αγάπης, αλλά και γιατί ο Ιησούς καυτηρίαζε την υποκρισία και την κακία τους.

Πρέπει να στεκόμαστε στο φιλί του Ιούδα αλλά και στην μετάνοιά του.

Πρέπει να καταλάβουμε την δειλία ων μαθητών του.

Πρέπει να κατανοήσουμε την μεταστροφή του όχλου.

Πρέπει τέλος να νοιώσουμε την μικρότητά μας μπροστά στον Θεάνθρωπο, μπροστά στην Θυσία Του, στην Ανάστασή Του.

Μωρές παρθένες υπάρχουν και στις ημέρες μας. Είναι εκείνες που εύκολα ξεχνούν την αποστολή τους, εύκολα αποσπάται η προσοχή τους από το σημαντικό στο ασήμαντο, από το σπουδαίο στο μικρό.

Είναι εκείνοι που δεν μπορούν να περιμένουν, εκείνοι που δεν έχουν την λαχτάρα να υποδεχθούν Αυτόν που θα δώσει την λύση στα προβλήματά τους, Αυτόν που θα τους χαρίσει την γαλήνη, την Αγάπη, την αιώνια ευτυχία.

Γραμματείς και Φαρισαίοι υπάρχουν καθημερινά δίπλα μας. Υποκριτές, φίδια που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να σε δαγκώσουν, να δηλητηριάσουν με το φαρμάκι τους την ζωή σου και την ζωή των δικών σου. Φαρμάκι που χύνουν στην κοινωνία, για να σε διαβάλουν, για να σε σπιλώσουν. Ότι και να κάνουν όμως, αυτοί παραμένουν ερπετά, καταδικασμένα να σέρνονται στο χώμα, κι οι ενάρετοι, οι τίμιοι, οι ειλικρινείς, παραμένουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ που βαδίζουν στον δρόμο της Αρετής.

Το φιλί του Ιούδα έχει την δική του πικρόγλυκη γεύση. Πικρή, γιατί ένας δικός μας άνθρωπος, που τον εμπιστευθήκαμε, μας πρόδωσε. Περιέχει όμως και μια γλυκύτητα γιατί μέσα από αυτήν την προδοσία ανακαλύπτουμε τις αδυναμίες των άλλων που εύκολα μεταβάλλονται από φίλοι σε αντιπάλους. Η μετάνοιά τους, η αναγνώριση του λάθους, είναι δεκτή από κάθε ώριμο άνθρωπο.

Δειλοί μαθητές υπάρχουν σε όλες τις ομάδες. Όταν ο αρχηγός δέχεται επιθέσεις από τους αντιπάλους, όταν τα βέλη κτυπούν τον ηγέτη για να τον εξοντώσουν, οι μαθητές, οι συνεργάτες, κρύβονται, αποτραβιόνται και δηλώνουν πως καμία σχέση δεν είχαν αυτοί με τις πράξεις του αρχηγού. Ο αρχηγός αποφάσιζε, ο αρχηγός και μόνον αυτός έφταιγε. Χριστό ή Βαραββά; Βαραββά απάντησε ο όχλος στέλνοντας στον Σταυρό εκείνον που μόλις λίγες ημέρες πριν υμνούσε. Μεταβάλλεται ακόμη και σήμερα πολύ εύκολα η κοινή γνώμη αποδεικνύοντας έτσι ότι ο όχλος εύκολα άγεται και φέρεται από τους επιτήδειους. Αν γυρίσουμε τη μνήμη μας στο παρελθόν, θα το διαπιστώσουμε.

Γιορτάζουμε την Ανάσταση.

Αν και περάσανε αιώνες από εκείνη την ημέρα, αλήθεια, πόσο ίδιοι είμαστε με όλους εκείνους που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο ή ήταν κομπάρσοι στο Θείο Δράμα;

Ας κατανοήσουμε το μήνυμα της Ανάστασης κι ας επανεξετάσουμε τον τρόπο ζωής μας.

Ίσως, ανακαλύψουμε λάθη κι αδυναμίες που δεν είχαμε προσέξει.

Ίσως, κοιτώντας μέσα μας, βρούμε τα δικά μας Πάθη, ανεβούμε συνειδητά τον Γολγοθά μας.

Τότε θα γιορτάσουμε την αληθινή, την δική μας Ανάσταση…

 

Σύγχρονα πάθη…

Όταν το πάθος τυφλώνει, όταν η εμπάθεια κυριεύει το άτομο, τότε αυτό όχι μόνο χάνει τον έλεγχο των πράξεών του αλλά γίνεται κι επικίνδυνο για τους άλλους.

Η εβδομάδα των παθών έρχεται να μας δείξει τόσο το πάθος όσο και την εμπάθεια των Φαρισαίων. Αυτών που διαλαλούσαν ότι τηρούν τους νόμους, τον κανονισμό, αλλά ήσαν όμως όχι μόνο παραβάτες του, αλλά συγχρόνως και καταπιεστές, εκμεταλλευτές του λαού.

Με μηχανορραφίες επεδίωξαν και πέτυχαν τη Σταύρωση του Χριστού έναντι τριάκοντα αργυρίων.

Σήμερα πόσα αργύρια (ή μάλλον ευρώ) χρειάζονται για να γίνει κανείς Ιούδας, να δώσει το φιλί της προδοσίας;

Πόσοι Φαρισαίοι διαλαλούν την νομιμοφροσύνη, την καλή τους πρόθεση για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων κι όμως, με τις πράξεις τους καταπατούν όσα διακηρύσσουν και προσπαθούν να μπολιάσουν με φθόνο τον απλό λαό για να τον στρέψουν εναντίον κάποιων που αποτελούν γι’ αυτούς εμπόδιο ή αντίπαλο;

Πόσοι «γύφτοι» δεν είναι έτοιμοι να μπήξουν τα δολοφονικά καρφιά τους σ’ Αυτόν που οι Φαρισαίοι προετοίμασαν για σταύρωση;

Πόσοι ανόητοι στρατιώτες δεν είναι έτοιμοι να ποτίσουν χολή αυτόν που αγωνίζεται τίμια, μ’ αγάπη, για την επίλυση των κοινωνικών αδικιών, για τα μεγάλα προβλήματα;

Πόσοι «Πιλάτοι» δεν νίβουν τα χέρια τους μπροστά στην αδυναμία τους ν’ αντιμετωπίσουν θαρραλέα την αλήθεια;

Πόσοι Βαραβάδες προβάλλονται μόνο και μόνο για να εξοντωθεί ένας έντιμος;

Κάθε τέτοιες ημέρες είναι καλό να κάνουμε αυτές τις σκέψεις.

Κάθε τέτοιες ημέρες είναι καλό να παίρνουμε αποφάσεις.

Να μην κάνουμε όπως ο Ιούδας, ο προδότης.

Να γίνουμε όπως ο ληστής, που μετανόησε έστω και την τελευταία στιγμή.

Ίσως να υπάρχει σκοπιμότητα που την Μεγάλη Τρίτη να διαβάζεται το Ευαγγέλιο των μωρών Παρθένων. Για να εξετάσουμε αν έχουμε απόθεμα αγάπης, ελέους στην ψυχή μας. Για να είμαστε συνεχώς σε ετοιμότητα και να μην μας πιάσουν στον ύπνο. Γιατί αν κοιμηθούμε, χαθήκαμε.

Μπορεί ο Μυστικός Δείπνος την Μεγάλη Πέμπτη ν’ αποτελέσει ημέρα Αποκάλυψης για όσους έχουν αναφερθεί σε μυστικά συμπόσια. Ίσως βρουν τους συνδαιτυμόνες κι έτσι μάθουμε κι εμείς τα ονόματά τους. Ίσως, δοκιμάζοντας το «σώμα και το αίμα» του θύματος, «ανοίξουν» τα μάτια τους και δουν την αλήθεια.

Σίγουρα την Μεγάλη Παρασκευή η θλίψη θα κυριαρχεί στις ψυχές των πιστών. Για την Σταύρωση, την Θυσία. Για το άδικο κι ανελέητο κυνηγητό της Αλήθειας, της Αγάπης, της Δικαιοσύνης. Κι όσο θλιμμένα θα ηχούν οι καμπάνες, έτσι θλιβερές θα είναι κι οι διαπιστώσεις για τους αίτιους του θείου δράματος και του κάθε δράματος που καθημερινά εξελίσσεται.

Όμως το Μεγάλο Σάββατο, γίνεται η Ανάσταση.

Το άδικο σβήνει.

Η αλήθεια φανερώνεται.

Το μίσος, η εμπάθεια, υποτάσσεται.

Η αγάπη νικά, επιβάλλεται.

Έτσι και στη δική μας κοινωνία, οι Άγιες τούτες ημέρες, μας δείχνουν τους Φαρισαίους, τους γύφτους, τους ανόητους στρατιώτες καθώς και τους Πιλάτους και τους Βαραβάδες.

Μας δείχνουν όμως και τους αγαθούς, τους έντιμους, τους πράους, τους ενάρετους.

Οι πρώτοι μιλούν δυνατά, κάνουν εντυπωσιακές κινήσεις, απειλούν κι υβρίζουν.

Οι δεύτεροι προσπαθούν με την πίστη και τα έργα τους να μεταδώσουν το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία, ένα πιο ανθρώπινο αύριο. Εμείς - όχλος με αδυναμίες και παρορμήσεις - πρέπει να διαλέξουμε την πλευρά στην οποία θα σταθούμε.

Μ’ αυτούς που φωνάζουν «Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν», ή μ' εκείνους που λένε «κύριε μνήσθητι μοι όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου»;

Η επιλογή ανήκει σ' εμάς.

Καθώς και οι συνέπειες...

 

Ανεβαίνοντας τον Γολγοθά…

 

Ανεξήγητο; Ανερμήνευτο; Αδιανόητο;

Ότι και να υποστηρίξει κάποιος που δεν πιστεύει στην Θεότητα του Χριστού, δεν μπορεί να μην παραδεχθεί ότι υπήρξε σαν ιστορική φυσιογνωμία, ότι πολλά, από όσα περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη, είναι αληθινά, αφού βεβαιώνονται από ιστορικά ευρήματα.

Το βέβαιο επομένως είναι, πως ο Χριστός υπήρξε. Υπήρξε και η ζωή Του ήταν όπως περιγράφεται. Δηλαδή κήρυττε τον Λόγο της Αγάπης, είχε πολλούς που πίστευαν σ’ Αυτόν, συγκρούστηκε με το Ιερατείο των Εβραίων (πολύ ενδιαφέρον κι άξιο έρευνας από κάθε πιστό ή άπιστο), συγκρούστηκε με οικονομικά συμφέροντα (πέταξε έξω από τον Ναό τους εμπόρους) και το σημαντικότερο, συγχωρούσε και τους πλέον αμαρτωλούς, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία, να αλλάξουν τρόπο ζωής και σκέψης, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Αυτή την προσωπικότητα, του οποίου οι Λόγοι ακόμα και σήμερα αποτελούν οδηγό για εκατομμύρια ανθρώπους πάνω στη γη, η εξουσία προσπάθησε να την εξοντώσει, να την θανατώσει. Όμως απέτυχε…
Η εξαγορά του Ιούδα με τριάκοντα αργύρια από τους Αρχιερείς, ακόμη και σήμερα είναι επίκαιρη.
Πόσοι σαν τον Ιούδα κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Πόσοι είναι έτοιμοι να πουλήσουν ιδέες και ιδανικά για λίγα αργύρια; Αλλά και πόσοι από αυτούς έχουν την δύναμη, κυνηγημένοι από τις ερινύες, να πάνε να κρεμαστούν;
Άνθρωποι, που κρατάνε στα χέρια τους τις ζωές, τις ελπίδες, τα όνειρα εκατομμυρίων ανθρώπων, αποδεικνύονται χειρότεροι του Ιούδα. Και είναι χειρότεροι γιατί την προδοσία την λένε «καθήκον». Είναι χειρότεροι γιατί κάθε φορά που προδίδουν όλους όσους έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους πάνω τους, γίνονται και πιο θρασείς, πιο χυδαίοι, πιο αυταρχικοί. Γίνονται το χειρότερο είδος ανθρώπων, γίνονται Τύραννοι!
Ο Χριστός δέχθηκε με καρτερικότητα τις προσβολές, τον εξευτελισμό, το μαστίγωμα μπροστά στον Πιλάτο.
Ο όχλος μέσα σε λίγες ώρες, από εκεί που υποδέχθηκε τον Χριστό με βάγια, σαν Μεσσία, στο ερώτημα του Πιλάτου ποιον να ελευθερώσει, τον Χριστό ή τον ληστή Βαραββά, φώναζε «Βαραββά». Τι μεσολάβησε κι άλλαξαν γνώμη τόσο γρήγορα;

Ο Πιλάτος αρκέστηκε στην ιστορική φράση «νίπτω τας χείρας μου» αντί να αποδώσει δικαιοσύνη.
Μα πάνω από όλα, υπάρχει το μίσος των Αρχιερέων που ζητάει την σταύρωση Εκείνου που ήρθε να δώσει ένα άλλο νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Εκείνου που αποκάλυψε πως το Ιερατείο, η εξουσία των Εβραίων, ήταν όχι απλά υποκριτές, αλλά εκμεταλλευτές των ανθρώπων.
Ο δρόμος του Χριστού προς τον Γολγοθά, θυμίζει τον δρόμο πολλών απλών ανθρώπων που αναζητούν την δικαίωση, αναζητούν μια καλύτερη κοινωνία. Είναι αυτοί που σηκώνουν στις πλάτες τους, τον βαρύ σταυρό της σύγκρουσης με τα σύγχρονα Ιερατεία, τα κατεστημένα, πολιτικά και οικονομικά, που καταδυναστεύουν τους λαούς.
Κι όπως ο όχλος φώναζε να ελευθερωθεί ο ληστής Βαραββάς, έτσι και στις ελεγχόμενες δημοκρατίες ψηφίζονται κι εκλέγονται οι σύγχρονοι Βαραββάδες. Οι ληστές…
Τα καρφιά που σταύρωσαν τον Χριστό, την Αλήθεια, με μορφή σταυρού στα ψηφοδέλτια, σταυρώνουν τα όνειρα των πολιτών.
Γιατί τα καρφιά δεν τα έμπηξαν στο σώμα του Χριστού οι Αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Τα έμπηξαν οι απλοί άνθρωποι.
Όμως, και οι στρατιώτες που ήταν εκεί, πάνω στον Γολγοθά, άρπαξαν τα ρούχα του Χριστού και τα έπαιξαν στα ζάρια. Όπως αρπάζουν τις περιουσίες των πωλητών σήμερα, τα σύγχρονα κοράκια, οι υπηρέτες – στρατιώτες της εξουσίας.
Ανεξήγητο; Ανερμήνευτο; Αδιανόητο;
Ο Χριστός ζούσε και ζει ανάμεσά μας. Είναι τόσο κοντά μας, όσο εμείς θέλουμε. Γι’ αυτό απέτυχε το Ιερατείο να τον θανατώσει.

Αυτές τις Άγιες ημέρες, η καρδιά μας θα μας πει αν ο Χριστός είναι ο υιός του Θεού, αν πρέπει να πιστέψουμε σ’ Αυτόν.
Ας μελετήσουμε τις συμπεριφορές της τότε εξουσίας και του όχλου και να τις συγκρίνουμε με όλα όσα γίνονται στις ημέρες μας κι ίσως βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.
Συμπεράσματα που ίσως μας οδηγούν στο «Δεύτε λάβετε Φως»!!!
Και δούμε επιτέλους το Αληθινό Φως!
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

 

Χριστός Ανέστη!

Χαρμόσυνα κτύπησαν οι καμπάνες τα μεσάνυκτα του Μεγάλου Σαββάτου.

Έστελναν το μήνυμα πως ο Χριστός, η Ελπίδα του κόσμου Αναστήθηκε εκ νεκρών.

Κι οι άνθρωποι, γεμάτοι χαρά, με το φως της λαμπάδας να ζεσταίνει τις ψυχές τους, φιλούσαν κι αγκάλιαζαν τους δικούς τους κι ευχόντουσαν «Χριστός Ανέστη»!

Οι κρότοι από τα βαρελότα δεν μπορούσαν να σκεπάσουν τα τραγούδια που γέμισαν τις γειτονιές και το τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών έβγαζε τον «τυχερό» του σπιτιού.

Όλος ο κόσμος γιόρταζε, όλος ο κόσμος διασκέδαζε!

Κι όμως αν κανείς κοιτούσε προσεκτικά στο διπλανό του σπίτι, στην πιο κάτω γειτονιά, στους καταυλισμούς, στα γηροκομεία, πίσω από τα κλειστά παράθυρα, μέσα στις έρημες ψυχές, θα έβρισκε πολλούς συνανθρώπους του που γι’  αυτούς η Ανάσταση δεν τους ακούμπησε.

Το μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού ήρθε να τους πληγώσει ακόμη περισσότερο αφού, μήνες, χρόνια τώρα, ζουν κάτω από δύσκολες συνθήκες, εγκαταλελειμμένοι από τους δικούς τους ανθρώπους, μονάχοι μέσα στη δυστυχία τους.

Δακρυσμένα μάτια ζητούν έναν συγγενή, ένα φίλο να τους ανοίξει την πόρτα, ζητούν ένα ζεστό χάδι. Όμως που να το βρουν; Και αισθάνονται τέτοιες μέρες πως η ζωή στάθηκε απέναντί τους πολύ σκληρή, αφού τους αντάμειψε στα χρόνια τα τελευταία με το σκληρό τίμημα της μοναξιάς.

Μα και πιο πέρα αν θα ρίξει κανείς τη ματιά του θα δει στρατιώτες να σκοτώνουν αμάχους, πολέμαρχους να πνίγουν στο αίμα τον αγώνα λαών για λευτεριά.

Παιδιά ορφανά, μαυροφορεμένες μανάδες, διαλυμένες οικογένειες.

Πως άραγε θα πουν οι ισχυροί της γης σ’  αυτούς τους λαούς, σ’ αυτούς τους ανθρώπους «Χριστός Ανέστη»;

Χριστός Ανέστη!

Πράγματι, αλλά όχι για όλους!

Αναστήθηκε ο Χριστός για όλους εκείνους που τον έχουν μοναδικό φυλακτό στις καρδιές τους, οδηγό στα βήματά τους στους δύσκολους ατραπούς της ζωής.

Αναστήθηκε ο Χριστός για εκείνους που βρίσκουν τις μέρες αυτές την ευκαιρία να αγκαλιάσουν τα παιδιά τους, τη γυναίκα τους, τους δικούς τους.

Αναστήθηκε για εκείνους που ξεπέρασαν τις δυσκολίες, που είδαν πως το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο.

Αναστήθηκε για όλους αυτούς που μετανόησαν για τα λάθη τους και κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους με την καρδιά τους γεμάτη Αγάπη για τον συνάνθρωπό τους.

Αναστήθηκε για τον φτωχό, τον κουρασμένο, τον πληγωμένο, που έχει την βεβαιότητα πως κάτω από την Σκέπη Του, με την βοήθειά Του, θα τα καταφέρει.

Οι υποκριτές Γραμματείς και Φαρισαίοι, ο Πόντιος Πιλάτος, ο Ιούδας, όλοι αυτοί που σταύρωσαν το Χριστό, ζουν καθημερινά ανάμεσά μας.

Και δυστυχώς καταφέρνουν πολύ καλά να ξεγελούν και να παρασύρουν τον κόσμο σε λάθος εκτιμήσεις, σε καταστροφικές επιλογές.

Ανάσταση επομένως δεν μπορούν και δεν πρέπει να κάνουν όλοι εκείνοι που κάθε τόσο σκοτώνουν τις ελπίδες των λαών, όλοι αυτοί που κάθε χρόνο, με τον ίδιο Φαρισαϊσμό, ξεγελούν τους ανθρώπους, τους ρουφούν το αίμα με κάθε τρόπο σταυρώνουν την Ελπίδα, το Φως.

Χριστός Ανέστη!

Ο άνθρωπος μπορεί να ελπίζει πως θα φτάσει στον προορισμό του αν έχει τα μάτια του ανοικτά, αν ακολουθεί το Φως κι όχι τα πλάνα καλέσματα των σειρήνων της ζωής.

Ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τις αδυναμίες του μόνο αν τις δεχθεί και τις πολεμήσει.

Μπορεί να γιορτάσει την αληθινή Ανάσταση όταν βρει τη δύναμη να αντιταχθεί στις δυνάμεις εκείνες που τον κρατούν δέσμιο στη γη, που γιγαντώνουν τα ένστικτά του σε τέτοιο σημείο που καταπνίγουν το πνεύμα του.

Η αληθινή Ανάσταση μπορεί να έλθει σε όλους όταν αρχίσουμε να στρέφουμε τη ματιά μας στον πλησίον μας, όταν σαν τον καλό Σαμαρείτη βοηθήσουμε και θεραπεύσουμε τον εχθρό μας.

Η αληθινή Ανάσταση μπορεί να γίνει στις ψυχές μας μόνο όταν αποκτήσουμε τη δύναμη να συγχωρούμε όσους μας βλάπτουν, μας χλευάζουν, όσους μας συκοφαντούν.

Η αληθινή Ανάσταση μπορεί να έρθει στις ψυχές μας όταν γίνουμε Ειρηνοποιοί, όταν παίρνουμε από το χέρι του άλλου το μαχαίρι, όπως έκανε ο Χριστός στον Πέτρο.

Γραμματείς και Φαρισαίοι, Ιούδας και Πόντιος Πιλάτος. Χαρακτηριστικές φιγούρες, πρόσωπα που πρέπει να μελετήσουμε σοβαρά για να διαπιστώσουμε τι οδηγεί τον άνθρωπο στην αδικία, στο έγκλημα.

Τα τριάκοντα αργύρια αποτελούσαν, αποτελούν και θα αποτελούν πάντα την παγίδα για τις ψυχές εκείνες που σκιρτούν στον ήχο του χρήματος.

Το νερό, καθάριζε, καθαρίζει και θα καθαρίζει επιφανειακούς λεκέδες.

Όμως ούτε τα πλούτη μπορούν να γεμίσουν τις καρδιές, αλλά ούτε και το νερό μπορεί να καθαρίσει τις ψυχές από τις αμαρτίες.

Πλούτος και καθαρτήριο της ψυχής είναι μονάχα Εκείνος που θυσιάστηκε κι αναστήθηκε για τον άνθρωπο.

Χριστός Ανέστη!

Ας αφήσουμε ανοικτές τις καρδιές μας για να τις γεμίσει με την Αγάπη Του, τη Χάρη Του.

Υπάρχει Ανάσταση για όλους.

Χριστός Ανέστη!

 

Ανάσταση για όλους

Μεγάλη Εβδομάδα κι όλοι οι Χριστιανοί παρακολουθούν το Θείο Δράμα.

Πένθιμα χτυπούν οι καμπάνες, πένθιμος ο στολισμός στην εκκλησία, βαριά η καρδιά μας.

Μύριες σκέψεις περνούν από το μυαλό μας αυτές τις ώρες. Συγκρίνουμε την μεγαλοσύνη του Θεού με την ανθρώπινη μικρότητα, κοιτάμε πίσω μας και διακρίνουμε χιλιάδες λάθη μας που μας ακολουθούν γιατί ακόμα τα επαναλαμβάνουμε.

Ενοχές νοιώθουμε για την συμπεριφορά μας, τα σφάλματα βαραίνουν την ψυχή μας και σαν τον ληστή που μετάνιωσε πάνω στον σταυρό, ζητάμε κι εμείς από τον Χριστό, την ύστατη τούτη στιγμή, να μας συγχωρέσει. Να μας συγχωρέσει για να μπορέσουμε, απελευθερωμένοι από τις αμαρτίες μας, να γιορτάσουμε την Ανάσταση. Μια Ανάσταση που θα σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, γεμάτη Ειρήνη, χωρίς βία, χωρίς πολέμους. Μια Ανάσταση που η Αγάπη για τον πλησίον, για την μάνα, την γυναίκα, το παιδί, τον άντρα, θα είναι μεγάλη, αμέτρητη. Μια Ανάσταση που θα γίνει η αφετηρία να μονιάσουμε, να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας, να συνεργαστούμε για την υγιή ανάπτυξη της κοινωνίας, για την πρόοδο και την ασφάλεια των παιδιών μας.

Για να το πετύχουμε όμως αυτό, θα πρέπει, πρώτα από όλα, να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, να διορθώσουμε τις αδικίες που κάναμε, να ζητήσουμε συγνώμη από εκείνους που βλάψαμε.

Για να γιορτάσει κάποιος την Ανάσταση, σε όλο της το μεγαλείο, με όλη της την λαμπρότητα και να βιώσει το νόημά της, θα πρέπει προηγουμένως να περάσει από την δοκιμασία της ταπείνωσης.

Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του, δείχνοντάς τους ότι, μεγάλος και τρανός δεν είναι αυτός που δίνει διαταγές, αυτός που έχει γαλόνια και τίτλους.

Μεγάλος, σπουδαίος, Άνθρωπος, είναι αυτός που γίνεται υπηρέτης των άλλων, η γέφυρα για να περάσει ο συνάνθρωπος από τον χαμό στον Παράδεισο, από την δυστυχία στην Ευτυχία.

Μπορούμε σήμερα να γίνουμε κι εμείς το ίδιο ταπεινοί;

Μπορούμε να πλύνουμε με ευχαρίστηση τα πόδια του άντρα, της γυναίκας, του πατέρα, της μάνας, χωρίς να βαρυγκωμάμε;

Μπορούμε να υπομένουμε καρτερικά τις βρισιές, τις κοροϊδίες, τις προσβολές από τους άλλους λέγοντας: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»;

Πάνω από τον σταυρό του μαρτυρίου, μας έδειξε την μεγάλη αλλά και τόσο δύσκολη οδό που οδηγεί κοντά Του, στην αιωνιότητα, στην σωτηρία.

Οι βαριές αλυσίδες της απόλαυσης και της ηδονής, μας κρατούν δέσμιους στην γη, αιχμάλωτους της σάρκας, μέσα στην σάρκα μας.

Ανάσταση για όλους…

Κάθε χριστιανός, περιμένει μαζί με την Ανάσταση του Κυρίου και την δική του Ανάσταση. Την Ανάσταση εκείνη που θα τον τραβήξει από τις λύπες, τα προβλήματα, την αρρώστια, την απόγνωση. Προσμένει την ώρα που θα ακουστεί το «Χριστός Ανέστη» για να γυρίσει να φιλήσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του.

Είναι έτοιμος να κάνει την υπέρβαση και να περάσει στον λιτό αλλά και τόσο πλούσιο κόσμο της Αγάπης.

Η φλόγα της λαμπάδας, του δημιουργεί μια ανεξήγητη ζεστασιά μέσα του, μια σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά.

Αυτή τη στιγμή πρέπει να κρατήσουμε ζωντανή μέσα μας, με την ίδια φροντίδα, με την ίδια προσοχή που δείχνουμε για να μην σβήσει το Άγιο Φως μέχρι να φτάσουμε στο σπιτικό μας για να «χαράξουμε» τον σταυρό στην πόρτα, για να ανάψουμε το καντήλι.

Η καμπάνα χτυπά…

Ανάσταση για όλους λοιπόν!

Για φτωχούς και πλούσιους!

Για τρανούς και ταπεινούς!

Ανάσταση για εκείνους που ζητούν την δική τους Ανάσταση…

 

Μέρος Στ΄: Ο Δρόμος της Αγάπης

 

Οι κακοί Γεωργοί…

Η πλεονεξία, η αλαζονεία και η κακία των ανθρώπων, γίνονται πολλές φορές αιτία για προστριβές ή απογοητεύσεις. Άνθρωποι χωρίς αρχές, με ελαστική ηθική αλλά συγχρόνως με την επιθυμία οι άλλοι να τους υπηρετούν, να τους υπακούουν, χωρίς να προβάλουν αντίσταση, προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον. Εκμεταλλεύονται τις ικανότητες ή το έργο άλλων, προκειμένου αυτοί να προβληθούν σαν αστέρες, σαν ειδήμονες, σαν σωτήρες. Συνήθως επιτυγχάνουν το στόχο τους είτε προσφέροντας μια θέση γι’ αντάλλαγμα στον ικανό, είτε μπαίνοντας μπροστά στην πρώτη ευκαιρία, αποσπώντας έτσι τόσο τα φώτα της δημοσιότητας όσο και τις πρώτες εντυπώσεις.

Το φαινόμενο αυτό που δυστυχώς όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις παίρνει στις μέρες μας, έρχεται να μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε, αν επιτέλους θα υπάρξει δικαιοσύνη, ισότητα, αξιοκρατία, δημοκρατία.

Η παραβολή των κακών γεωργών μπορεί να δώσει απάντηση σε ορισμένες απορίες αλλά και να μας κατευθύνει στον τρόπο σκέψης. "Κάποιος άνθρωπος εφύτευσεν αμπελώνα". Κάποιος άνθρωπος έφτιαξε ένα αμπέλι, ένα παραγωγικό και πλούσιο κομμάτι γης. Έτσι ξεκινά η παραβολή αλλά έτσι ξεκινούν κι οι προσπάθειες πολλών ανθρώπων που θέλοντας να δώσουν καλούς καρπούς στην κοινωνία φυτεύουν το δικό τους σπόρο, τη δική τους άμπελο, προκειμένου να της δώσουν όλα όσα έχει ανάγκη.

Τον αμπελώνα αυτόν ο άνθρωπος τον νοίκιασε σε γεωργούς κι έφυγε γι’ αρκετά χρόνια σε ξένα μέρη. Μετά από καιρό έστειλε έναν δούλο του στους γεωργούς για να του δώσουν μέρος της σοδειάς. Εκείνοι όμως αφού τον έδειραν, τον έδιωξαν. Έστειλε και δεύτερο δούλο ο οποίος κακοποιήθηκε και ατιμάσθηκε από τους γεωργούς. Τον τρίτο δούλο που έστειλε, αυτοί, αφού τον τραυμάτισαν, τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα.

Αποφάσισε τότε ο κύριος του αμπελώνα να στείλει τον υιό του τον αγαπητό μήπως οι γεωργοί ντραπούν μόλις τον δουν και μετανοήσουν για τις πράξεις των.

Αυτοί, μόλις τον είδαν, άρχισαν να σκέπτονται κι έλεγαν μεταξύ τους "αυτός είναι ο κληρονόμος της αμπέλου. Ελάτε να τον σκοτώσουμε για να κληρονομήσουμε εμείς τον αμπελώνα". Και βγάζοντας τον υιό του κυρίου έξω, τον εφόνευσαν. Κάπως έτσι λειτουργούν κι εκείνοι που θέλουν να αρπάζουν τους καρπούς των άλλων, που προσπαθούν να οικειοποιηθούν τον ξένο κόπο. Δεν διστάζουν να προσβάλουν, να συκοφαντούν, να λασπολογούν ακόμη και να κακοποιούν ανθρώπους που με αγάπη έδωσαν το είναι τους προκειμένου να συμβάλουν στην πνευματική ανάταση της κοινωνίας, στην αναβάθμιση μιας περιοχής.

Οι κακοί γεωργοί είναι ανάμεσά μας και συνεχώς στρέφονται εναντίον των ικανών, των ανθρώπων, που θέλουν να δώσουν πνοή στον άψυχο κόσμο.

Αφήνουν να ετοιμάζουν οι ικανοί την άμπελο, φοβούμενοι το κόστος της αποτυχίας, αλλά και γνωρίζοντας το μέγεθος της ανικανότητάς των. Και μόλις οι καλοί γεωργοί καταφέρουν να κάνουν την άμπελο να βγάζει ωραία σταφύλια, την άγονη γη να καρποφορήσει, ορμούν οι κακοί γεωργοί και την αρπάζουν φωνάζοντας ότι είναι δική τους.

Δική τους μπορεί να ισχυρίζονται πως είναι κι αυτό να λένε στον κόσμο. Γιατί με την εξουσία που ασκούν, επιβάλουν σ’ ένα μεγάλο κομμάτι της μάζας την άποψή τους. Όμως μπροστά στον Θεό είναι άρπαγες, αγνώμονες, ψεύτες, ανίκανοι που προσπαθούν να νοιώσουν ικανοί μέσα από το δημιούργημα, την επιτυχία κάποιου άλλου.

Αν ο κύριος του δημιουργήματος δεν υποταχθεί ή δεν φύγει μακριά, δέχεται την επίθεση από τους κακούς γεωργούς. Μια επίθεση χωρίς έλεος που φθάνει μέχρι τον φόνο. Γιατί φόνος είναι κι όταν σκοτώνεις τις ελπίδες και τα όνειρα κάποιου.

Η παραβολή αυτή δεν πρέπει να αφήνει αδιάφορους τους ανθρώπους.

Καθημερινά γύρω μας μεγάλες μάχες γίνονται προκειμένου ορισμένοι να παρουσιάσουν για δικές τους τις επιτυχίες άλλων, αποσκοπώντας στο μέλλον η επιρροή τους να είναι πάνω στον κόσμο μεγαλύτερη, αλλά το σπουδαιότερο, να έχουν "έργο" να παρουσιάσουν. Πνιγμένες φωνές που ακούγονται αναζητώντας δικαίωση περνούν σαν θρόισμα φύλλων από τα αυτιά μας και αδιαφορούμε για το μήνυμα που θέλουν να μας δώσουν. Εντυπωσιάζει αυτός που έχει ισχύ, αυτός που λέει ότι χωρίς τις ιδέες του και την παρέμβασή του δεν θα είχε γίνει τίποτα.

Δεν σκέφτεται ο κόσμος ποτέ, γιατί αυτό το άτομο, που για πολλά χρόνια κατείχε αυτή τη θέση, δεν είχε κάνει καμιά παρέμβαση, δεν είχε προσφέρει τίποτα. Του φθάνει μόνο ότι ακούει δύο χείλη να λένε μεγαλόσχημα λόγια.

Δεν συγκρίνει ο κόσμος από πότε άρχισε κάτι ν’ αλλάζει και η κάθε αλλαγή που γίνεται, ποιο πρόσωπο ήταν ικανό να την σκεφθεί, να την πραγματοποιήσει. Του φθάνει ό,τι έγινε κι αδιαφορεί αν η άμπελος πέσει στα χέρια των κακών γεωργών με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια αυτή να ξεραθεί ή να βγάλει πικρούς καρπούς.

Χρειάζεται επομένως να διακρίνουμε τους κακούς γεωργούς που μας παρουσιάζουν την ξένη άμπελο για δική τους γιατί μόνο έτσι θα προφυλάξουμε και τη δική μας άμπελο.

Αν τους εμπιστευτούμε, θα χάσουμε κι εμείς την περιουσία μας.

Οι κακοί γεωργοί είναι αδίστακτοι, προκειμένου ν' αποκτήσουν ό,τι θα τους δώσει δύναμη και δόξα.

Οφείλουμε να είμαστε στο πλευρό των αδικημένων.

Αυτών που σπέρνουν την άγονη γη και κατορθώνουν με μεγάλο κόπο να την κάνουν καρποφόρα, γόνιμη.

Γιατί μόνο αυτοί, με την εργατικότητά τους, το μυαλό τους, αλλά κυρίως με την Αγάπη τους, μπορούν να δώσουν καλούς καρπούς στην κοινωνία που τόσο ανάγκη τους έχει. Αλλιώς πλανεμένοι από τα λόγια των κακών γεωργών θα τρώμε τους ξινούς καρπούς της λήθης και θα αδιαφορούμε για τη δολοφονία των ικανών.

 

Η αχαριστία

 

Ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα των ανθρώπων είναι και αυτό της αχαριστίας. Της αγνωμοσύνης προς όλους εκείνους που με τον τρόπο τους ή τις ενέργειές τους, έχουν βοηθήσει, στο να ξεπεράσουμε κάποιες δυσκολίες, κάποιους κινδύνους.

Είναι αχαριστία όταν την ευημερία μας, την πρόοδό μας, την αποδίδουμε μόνο στις ικανότητές μας, στα τυπικά μας προσόντα, στη διπλωματία μας κι όχι στα ταλέντα που μας έδωσε ο Θεός, στους γονείς που φρόντισαν να μας μορφώσουν, στην κοινωνία που μας έδωσε τα εφόδια, στους φίλους και συνεργάτες που μας βοήθησαν ποικιλοτρόπως.

Είναι αγνωμοσύνη να διαγράφουμε όλα όσα οι άλλοι έκαναν για μας – πολλές φορές μάλιστα με μεγάλο κόστος – και να στρεφόμαστε εναντίον τους όταν γίνεται κάποιο σφάλμα.

Είναι απάνθρωπο να θεωρούμε πως όλοι οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να μας υπηρετούν, να μας υπακούουν και συγχρόνως να δέχονται αδιαμαρτύρητα την κακή συμπεριφορά μας. Είναι όλα αυτά ένδειξη υπερεγωισμού, ναρκισσισμού, φαυλότητας.

Η αχαριστία φανερώνει αρρωστημένο ψυχικό κόσμο.

Όλες οι ευαισθησίες, τα καλά συναισθήματα, όλα εκείνα που κάνουν τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα ζώα και να πλησιάζει στο «κατ’ εικόνα και ομοίωση» έχουν νεκρωθεί, έχουν θαφτεί κάτω από τον όγκο της φιλαυτίας, της μικρότητας, την κενοδοξίας, της φιλοδοξίας.

Κι ενώ τα ζώα δείχνουν πάντοτε την ευγνωμοσύνη τους σ’ αυτούς που τα φροντίζουν, τα ευεργετούν, οι άνθρωποι πολλές φορές φέρονται με αγνωμοσύνη.

Αρκετοί άνθρωποι, βάζοντας υψηλούς στόχους ή επιθυμώντας να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα υλικά αγαθά, πέφτουν στο αμάρτημα της αχαριστίας.

Εύκολα διακρίνει κανείς τον αχάριστο. Δεν έχει φίλους, οι συνεργάτες του δεν είναι ευτυχισμένοι, η συμπεριφορά του στους γύρω του είναι περιφρονητική.

Γιατί ποιος θα παραμείνει δίπλα σ’ έναν αχάριστο που μόνο σκοπό έχει να παίρνει ό,τι του δίνουν οι άλλοι, χωρίς ποτέ κι αυτός να προσφέρει κάτι, έστω κι έναν γλυκό λόγο;

Ποιος συνεργάτης νιώθει ευτυχισμένος έχοντας δίπλα του έναν άνθρωπο που στόχο έχει να εκμεταλλεύεται τα προσόντα των άλλων και να προβάλλει σαν δικό του έργο όλα όσα εκείνοι κάνουν;

Πόσο θ’ αντέξει κάποιος την περιφρονητική συμπεριφορά, ακόμα και αγαπημένου προσώπου όταν ποτέ δεν νιώθει ζεστασιά, θαλπωρή, αγάπη;

Μεγάλη η αρρώστια της αχαριστίας. Γιατί δεν πληγώνει μονάχα όλους όσους έρχονται σ’ επαφή με εκείνον που νοσεί. Βασανίζει αβάστακτα και τον ίδιο τον ασθενή που σε κάθε του βήμα βλέπει γύρω του ευτυχισμένους ανθρώπους, παρέες που γελούν και διασκεδάζουν, αντρόγυνα που κρατά ο ένας τρυφερά το χέρι του άλλου, φίλους να εμπιστεύονται τα προβλήματά τους, να συζητούν σαν αδέλφια. Και αναρωτιέται γιατί τον αποφεύγουν, γιατί νιώθει άβολα μαζί τους, γιατί δεν του σφίγγουν με θέρμη το χέρι.

Κι ο εγωισμός του, τον εμποδίζει να δει την αλήθεια.

Διακρίνει γύρω του μόνο εχθρούς, ανθρώπους που δεν μπορούν να εκτιμήσουν τα μεγάλα προσόντα του, άτομα που τον ζηλεύουν επειδή έχει πετύχει στη ζωή του. Μ’ αυτές τις σκέψεις, μ’ αυτά τα κριτήρια αντιμετωπίζει ο αχάριστος τα άτομα γύρω του. Δεν κάνει ποτέ αυτοκριτική αλλά ψάχνει στους άλλους να βρει λάθη κι ελαττώματα. Και μόλις γίνει κάποιο σφάλμα, κάποια παράλειψη, γίνεται άδικος, προσβλητικός, χωρίς ποτέ να σκεφθεί σε ποιον αποδίδει κατηγορίες, ύβρεις, απρεπείς χαρακτηρισμούς. Και μέσα από αυτή την επίθεση που κάνει, αισθάνεται την δικαίωση του ισχυρού, του δυνατού, του μεγάλου, αλλά μόνο για λίγες στιγμές. Τόσες, όσες αρκούν για να ξανανιώσει μόνος, παράταιρος, άδειος.

Είναι αλήθεια να λυπάται κανείς τέτοιους ανθρώπους. Γιατί η αχαριστία δεν είναι μια αρρώστια όπως η γρίπη που θεραπεύεται γρήγορα χωρίς να αφήσει πίσω της σημάδια. Είναι μια ψυχική νόσος που συνεχώς μεγαλώνει, κυριεύει τον άνθρωπο και του καταστρέφει την ύπαρξη. Είναι χειρότερη και από την αρρώστια του καρκίνου, μιας και αυτός καταστρέφει μόνο την σάρκα, το σώμα, αφήνοντας αλώβητη την ψυχή, ενώ η αχαριστία φωλιάζει μέσα της και την νεκρώνει αφήνοντας το σώμα υγιές.

«Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον, και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;». (Κατά Μάρκον κεφ. η 36). (Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει όλο τον κόσμο και στο τέλος χάσει την ψυχή του;).

Τα φθαρτά, τα πρόσκαιρα αγαθά, ποτέ δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την αξία της ψυχής η οποία είναι πνευματική και αιώνια. Γι’ αυτό, και πρέπει να αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε την ψυχή μας καθαρή, χωρίς να την μολύνουμε με το μικρόβιο της αχαριστίας. Κι όσοι μολύνθηκαν απ’ αυτό ας φροντίσουν να καθαριστούν γρήγορα.

Ο Μεγάλος Γιατρός, ο Πατέρας όλων, είναι πάντα δίπλα μας προκειμένου να δεχθεί την συγγνώμη μας και να συγχωρήσει τα σφάλματά μας.

Ας πολεμήσουμε τον εγωισμό μας, την κενοδοξία μας, την φιλαυτία μας και ας γεμίσουμε την καρδιά μας με αγάπη. Με την μεγάλη αυτή ασπίδα και όπλο της Χριστιανοσύνης που ανοίγει τους δρόμους για τον μεγάλο προορισμό μας.

Η αχαριστία είναι αρρώστια που εμείς θελήσαμε να μολύνει την ψυχή μας και μόνο εμείς μπορούμε μετανοώντας να την θεραπεύσουμε. Αν δεν προσπαθήσουμε, θα παραμείνουμε αχάριστοι όχι μόνο στους συνανθρώπους μας αλλά και προς τον δημιουργό μας, που τόσο μας έχει ευεργετήσει. Αυτόν, που γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι να δούμε μέσα μας τα λάθη και τις αδυναμίες μας, όρθωσε εμπρός μας λαμπρό και πεντακάθαρο καθρέφτη τη ζωή, τα έργα και τα λόγια Του.

Καθρεφτιζόμενοι σ’ αυτόν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι.

 

Έχουμε τη δύναμη ν’ αγαπήσουμε;

«Όπως ο αθλητής, έτσι κι ο άνθρωπος, πρέπει καθημερινά να γυμνάζεται, να προσπαθεί να γίνει πιο δυνατός, πιο ανθεκτικός, για να μπορέσει να στεφθεί νικητής»

 

Είναι λίγες οι φορές που η καρδιά μας πλημμυρίζει μ’ αγάπη. Κι είναι πολλές οι στιγμές που η οργή, η πίκρα, η αγανάκτηση, έρχονται να δηλητηριάσουν την ψυχή μας, να κάνουν φαρμακερά τα λόγια μας.

Αυτό είναι ένα σημάδι που φανερώνει το πόσο αγύμναστη είναι η καρδιά μας, πόσο έρημη είναι η ψυχή μας.

Δεν είναι ο άνθρωπος αδύναμος. Απλά, δεν έχει αφιερώσει κάποιες ώρες, κάποιο χρόνο, για να σμιλέψει την καρδιά του με Αγάπη και να ξεριζώσει από μέσα της, τις έξεις εκείνες που τον κατεβάζουν τόσο χαμηλά.

Ο αθλητής ξεκινά την προσπάθειά του γυμνάζοντας και το σώμα αλλά και το πνεύμα του. Με επίπονη δουλειά, με πολύ ιδρώτα, με τις συμβουλές του προπονητή του, ξεκινά να χτίζει το σώμα του, να δυναμώνει την αντοχή του, να στέφεται νικητής.

Όπως ο αθλητής, έτσι κι ο άνθρωπος, πρέπει καθημερινά να γυμνάζεται, να ιδρώνει, να προσπαθεί με τις συμβουλές του πνευματικού του, να γίνει πιο δυνατός, πιο ανθεκτικός, για να μπορέσει να στεφθεί νικητής.

Όμως δεν μας αφήνει ο εγωισμός να γίνουμε ταπεινοί και να κάνουμε πράξη το «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν». Και δεν μας αφήνει γιατί ο πλησίον ίσως έχει περισσότερα από εμάς. Ίσως γιατί είναι φτωχός, είναι τόσο αγράμματος, που δεν αξίζει να ασχοληθούμε μαζί του. Ίσως τέλος, είναι αυτός που μας ενοχλεί γιατί ακολουθεί έναν ξέχωρο τρόπο ζωής, αυτόν που εμείς, αν και κατά βάθος ξέρουμε ότι είναι ο σωστός, εν τούτοις, οι αδυναμίες μας, δεν μας επιτρέπουν να τον εφαρμόσουμε.

Έτσι, αποκαλύπτεται, ότι η αδυναμία μας αυτή, πηγάζει από το γεγονός ότι έχουμε προσαρμόσει την πίστη μας κατά το δοκούν. Καλό είναι αυτό που μας εξυπηρετεί. Κακό αυτό που μας βλάπτει. Την διδαχή της Ορθόδοξης Πίστης την βάζουμε μέσα σε ραφείο και φτιάχνουμε κουστούμι στα μέτρα μας. Έτσι νοιώθουμε πολύ όμορφα και κομπάζουμε για την καλοσύνη μας, την μεγαλοσύνη μας, την αγάπη μας. Κι όμως, πέρα από τον εαυτό μας δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κανέναν άλλον!

Μας εμποδίζει η αμάθεια της ψυχής, το κουστούμι που μας απαγορεύει να νοιώσουμε το κρύο και την ζέστη. Τον πόνο του συνανθρώπου μας, την χαρά του πλησίον μας. Κι η αδυναμία αυτή, μας κάνει πιο απόμακρους, πιο περήφανους, πιο εγωιστές.

Κατανοούν τον Λόγο του Θεού μόνο εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους πολύ μικρό, με ελάχιστες γνώσεις. Που νοιώθουν το βάρος των σφαλμάτων τους και ζητούν μέσα από την μετάνοια, συγχώρεση.

Αυτός που νοιώθει να υπερτερεί, να έχει περισσότερες γνώσεις ή χρήματα από τους άλλους, που αισθάνεται δυνατός με όλα αυτά, που βλέπει τους άλλους πολύ χαμηλά, σαν προϊόν εκμετάλλευσης, είναι σε λάθος δρόμο.

Η αναγνώριση της αμάθειάς μας δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την συνειδητοποίηση της μικρότητά μας μέσα στο Σύμπαν.

Οι γνώσεις και του πιο σπουδαίου επιστήμονα, του μεγαλύτερου φιλοσόφου, είναι κόκκοι άμμου μπροστά στη Σοφία Του.

Ο χρόνος βεβαιώνει καθημερινά ότι ο άνθρωπος με τις ιδιότητες που συγκεντρώνει, είναι αδύνατον να κατανοήσει τις έννοιες Δημιουργία – Θεός.

Παρόλα αυτά, οι υλιστές αγωνίζονται να αποδείξουν ότι ο άνθρωπος είναι ένα τυχαίο δημιούργημα της φύσης, προϊόν χημικών ενώσεων. Όμως κάθε φορά, τα αποτελέσματα φανερώνουν, το πόσο αμαθείς είμαστε, το πόσο περιορισμένες ικανότητες έχουμε.

Κι αντί να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την προέλευσή μας, τον σκοπό ύπαρξής μας και τον προορισμό μας, κάτι που θα μας φέρει πιο κοντά στον Δημιουργό, καταφεύγουμε σε συμβουλές ή συγγράμματα ανθρώπων που απέτυχαν να βρουν, όχι μόνο τη λύση του μυστηρίου αλλά και την προσωπική τους ευτυχία.

Η ζωή είναι πολύ όμορφη, φτάνει να θέλουμε να δούμε τον κόσμο γύρω μας με καθαρή ματιά.

Στους Μακαρισμούς ο Χριστός λέει ότι Μακάριοι θα είναι αυτοί που θα γίνουν σαν τα παιδιά. Τα παιδιά που έχουν αθώα ψυχή, καθαρή ματιά. Που γελούν ευτυχισμένα με απλά πράγματα. Που χαίρονται μ’ ένα φιλί, μ’ ένα χάδι.

Τα προβλήματα έχουν πολύ μικρότερο βάρος όταν πιστεύουμε ότι κάποιος άλλος είναι μαζί μας, δίπλα μας, και μας βοηθάει να τα ξεπεράσουμε.

Η χαρά είναι πολύ μεγαλύτερη όταν την μοιραζόμαστε με τους άλλους.

Τα χρήματα γίνονται ωφέλημα για τον άνθρωπο όταν χρησιμοποιούνται σωστά. Όταν τα δίνουμε, όχι μόνο για να εξυπηρετούμε δικές μας ανάγκες αλλά και τις ανάγκες του πλησίον μας.

Ας επανεξετάσουμε τον τρόπο ζωής μας και είναι βέβαιο ότι θα δούμε τον κόσμο με μια άλλη ματιά, με ΑΓΑΠΗ.

Τότε σίγουρα, όλος ο κόσμος, θα είναι πιο όμορφος….

 

Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν…

"Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν" είπε ο Χριστός.

Κι εκ του περισσεύματος πράγματι εκφραζόμαστε όλοι εμείς, οι έξυπνοι και μορφωμένοι, οι πονηροί και αμόρφωτοι, οι αγαθοί και ταπεινοί.

Αυτό που αξίζει να δούμε είναι τι περίσσευμα διαθέτει ο καθένας μας. Να στρέψουμε την ματιά μας και να δούμε - αν το αντέχουμε - με τι αξίες έχουμε γεμίσει το χώρο της καρδιάς που πρέπει να διατηρούμε συνεχώς καθαρό, γεμάτο ευγενή αισθήματα και ανώτερα ιδανικά.

Στην εποχή που ζούμε η ύβρις, η συκοφαντία, η λασπολογία έχει εξέχουσα θέση στην ψυχοσύνθεση αρκετών σοβαροφανών ανθρώπων που κατέχουν ή επιθυμούν ν' αποκτήσουν αξιώματα. Και γίνεται ο απλός κόσμος αποδέκτης ανάρμοστων λέξεων και σκέψεων, οδηγούμενος πολλές φορές σε λάθος εκτιμήσεις.

Έτσι οι άνθρωποι που συκοφαντούν, λασπολογούν, υβρίζουν, γίνονται αιτία όχι μόνο να στρέφουν μια μερίδα του κόσμου εναντίον κάποιου που για διάφορους λόγους φθονούν, αλλά το κυριότερο, δηλητηριάζουν την ψυχή τους, τους μπολιάζουν με μίσος, με κακία, φθείροντας ανεπανόρθωτα τις ψυχές τους.

Κι αν κάποιος θεωρείται εγκληματίας επειδή αφαίρεσε τη ζωή κάποιου, αυτός που διαφθείρει, που διασύρει, που σκοτώνει συνειδήσεις, άραγε πώς πρέπει να χαρακτηρισθεί;

Είναι επικίνδυνοι επομένως αυτοί οι άνθρωποι κι ασφαλώς χρειάζονται ψυχοθεραπεία προκειμένου έστω κι αργά να κατανοήσουν την αποστολή του ανθρώπου.

Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ επιστολή προς Κορινθίους κεφ. ΙΓ΄ λέει στους στίχους 1 και 2.

"Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί".

Γίνεται σαφές ότι η όποια ικανότητα λόγου, η όποια μόρφωση, δεν είναι αρκετή για να καλλιεργήσει την ψυχή.

Η ψυχή του ανθρώπου είναι όπως και το σώμα του.

Αν δεν φροντίζει κάποιος την καθαρότητα του σώματός του καθημερινά, αν προσεκτικά δεν σκύβει και δεν περιποιείται όλα τα μέλη του, τότε, όσα κοσμήματα κι αν φορά, όσο κι αν ντύνεται με όμορφα ρούχα, όσο κι αν περιλούζεται με ακριβά αρώματα, το σώμα του θα εκβάλει δυσάρεστη οσμή που θα απομακρύνει από δίπλα του όσους τον πλησιάζουν.

Έτσι, αν κάποιος δεν φροντίζει για την καθαρότητα της ψυχής του, παραμελεί συστηματικά τις ανάγκες της, δεν σκύβει πάνω της για να δει η πληρότητά της αν είναι από αγαθούς γλυκούς καρπούς ή από πικρούς και δηλητηριώδεις, γίνεται αποκρουστικός και μόνο όμοιοι τον πλησιάζουν ή κάποιοι που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα δηλητηριώδη βέλη του εναντίων αγαθών.

Η υγεία επομένως της ψυχής, εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Φροντίζοντας να κρατάμε μακριά κάθε τι που την μολύνει. Φροντίζοντας να σκύβουμε τακτικά πάνω της. Όμως εκείνο που επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή είναι, να μην απομονωθούμε, φοβούμενοι την ψυχική μας φθορά ή απώλεια.

Απεναντίας, είναι υποχρέωσή μας να είμαστε πρώτοι στις επάλξεις για την μετάδοση της αγάπης.

Πρέπει να πολεμούμε τον πικρό λόγο με τον λόγο της Αλήθειας, με τον καλό λόγο.

Αυτόν που μαλακώνει και την πιο σκληρή καρδιά.

Αυτόν που γίνεται βάλσαμο στους πληγωμένους.

Ο λόγος που γίνεται παρηγοριά στους πονεμένους.

Ο λόγος ο καλός, που γεμίζει θαλπωρή και την πιο κρύα καρδιά.

Κι ο λόγος αυτός βγαίνει μόνο από τα χείλη εκείνων που έχουν νοιώσει την ταπείνωση.

Βγαίνει από τα χείλη εκείνων που έχουν καταλάβει την μικρότητά τους και ζητούν καθημερινά την βοήθειά Του για να μη βγει από τα χείλη τους πικρός λόγος.

"Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν".

Ας ευχηθούμε από σήμερα ν’ ακούμε καλούς λόγους. Από τον άντρα, την γυναίκα, το παιδί, τον φίλο. Από τους πολιτικούς μας, τις εφημερίδες, την τηλεόραση. Αλλιώς η ζωή μας θα συνεχίσει να έχει την μορφή της φάλτσας ορχήστρας με χιλιάδες αλαλάζοντα κύμβαλα...

 

Η δύναμη της Πίστης…

 «Έρχονται στιγμές που χάνω την πίστη μου κι άλλες που νιώθω πολύ δυνατή», είπε σε μια συζήτηση για θέματα πίστης, μια γυναίκα.

«Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν χάνει την πίστη του ποτέ», της ανταπάντησε κάποια άλλη.

Βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση. Έβλεπα από τη μια την αγωνία, τον πόνο μιας πιστής χριστιανής κι από την άλλη μια γυναίκα που πίστευε ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να κλονίσει την πίστη της.

«Έρχονται στιγμές», απάντησα «που όλοι οι άνθρωποι κάτω από ορισμένες συνθήκες από εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες, νιώθουν την πίστη τους να κλονίζεται. Φθάνουν δε, σε στιγμές μεγάλης πικρίας, ν' αμφισβητούν την ύπαρξη του Θεού. Όμως αν διαβάσουμε την Αγία Γραφή, θα δούμε ότι αυτό το φαινόμενο δεν είναι ούτε της εποχής, αλλά ούτε και μοναδικό.

Ο Απόστολος Πέτρος, η πέτρα πάνω στην οποία έκτισε ο Χριστός μας την Εκκλησία Του, τον απαρνήθηκε τρεις φορές στην κήπο των Ελαιών παρότι μόλις πριν λίγο ορκιζότανε για την πίστη του. Λύγισε κι αυτός κάτω από το βάρος των ανθρωπίνων πιέσεων και η ψυχή του αγύμναστη ακόμα δείλιασε μπροστά στον κίνδυνο. Κι όμως, ο Πέτρος, αυτός που απαρνήθηκε τον διδάσκαλό του, έγινε ο πιο θερμός, ο πιο ακάματος, ο πιο δυνατός φωτοδότης του Χριστιανισμού και οι ακτίνες του έφθασαν σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Έτσι κι εμείς, οι απλοί άνθρωποι, φυσικό είναι, αγύμναστοι καθώς είμαστε στην Χριστιανική πίστη, στον Χριστιανικό τρόπο ζωής και σκέψης, να λυγίζουμε πολλές φορές κάτω από το βάρος των προβλημάτων ή των εκθαμβωτικών ηδονιστικών απολαύσεων. Όμως βρίσκουμε το κουράγιο να σηκώνουμε ξανά το κορμί μας και παίρνοντας δύναμη από την μετάνοια, με εδραιωμένη την πίστη μας, να συνεχίζουμε τον δρόμο μας, ποθώντας να φθάσουμε στην τελείωση».

Δεν γνωρίζω αν η απάντηση που έδωσα ικανοποίησε όσους την άκουσαν ακόμα – ακόμα και τη γυναίκα που έκανε την ερώτηση. Το θέμα της πίστης πολύ λίγες φορές τίθεται προς συζήτηση. Ενώ γίνονται πολλές ομιλίες με θέματα δογματικής συμπεριφοράς, ερμηνείας, λείπει η ομιλία για την αληθινή πίστη. Για τον συνεχή αγώνα, για την αδιάκοπη αναζήτησή Του.

Η διαδρομή του Χριστιανού προς την τελείωση, την συνάντησή του με τον Θεό, μοιάζει με τη διαδρομή ενός τρένου.

Το τρένο είναι η χριστιανική διδασκαλία κι οι ράγες πάνω στις οποίες κινείται είναι οι ηθικοί κανόνες και τα κείμενα των Πατέρων.

Επιβάτες είναι όλοι όσοι δέχονται ν' ακολουθήσουν το Χριστό.

Η αφετηρία είναι το βάπτισμα. Αυτό που εξαγνίζει το σώμα και δίνει την θεία φώτιση.

Η διαδρομή που ακολουθεί το τρένο είναι η κατήχηση του χριστιανού κι οι σταθμοί που συναντά είναι τα διάφορα στάδια. Πολλοί εγκαταλείπουν το τρένο στον πρώτο κιόλας σταθμό πιστεύοντας ότι αυτός είναι και το τέρμα, ο τόπος προορισμού. Δεν συνεχίζουν το ταξίδι είτε γιατί δεν θέλουν να χάσουν αυτά που βρήκαν στο σταθμό θεωρώντας τα πολύ σπουδαία είτε γιατί δεν αντέχουν άλλο στη δοκιμασία του ταξιδιού. Αρκετοί κατεβαίνουν στους ενδιάμεσους σταθμούς απογοητευμένοι γι' αυτά που βρίσκουν. Μερικοί μάλιστα κατεβαίνουν έναν μόλις σταθμό πριν από το τέρμα.

Εμείς άραγε σε ποιον σταθμό έχουμε κατέβει; Έχουμε τη δύναμη αλλά και την επιθυμία να συνεχίσουμε το ταξίδι;

Αυτή είναι η πίστη του κάθε ανθρώπου. Ένα ταξίδι με όχημα τη θρησκεία του και που η δύναμή τους φαίνεται με το σταμάτημα σε κάποιον σταθμό ή τη συνεχή διάρκεια του ταξιδιού. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι σταθμοί μπορεί να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις, να εντυπωσιάζουν με τα πρωτόγνωρα πράγματα που μας δείχνουν, όμως το μόνο που μας δίνουν είναι μερική γνώση, ελλιπή περιγραφή της αλήθειας, μ' αποτέλεσμα η κρίση μας να μην είναι σωστή. Έτσι εύκολα παρασύρονται πολλοί χριστιανοί από αιρέσεις. Η ημιμάθειά τους σε θέματα διδασκαλίας αλλά και η αδύναμη ψυχή τους, τους οδηγούν σε δρόμους που είναι φανταχτεροί, κρύβουν όμως κινδύνους. Κι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η απομάκρυνσή τους από το Φως της Αλήθειας.

Πολλοί άνθρωποι αναζητούν το όχημα, τους σταθμούς, το τέρμα. Διαλέγουν όμως λάθος οδηγό. Όλα τα τρένα μοιάζουν, οι οδηγοί όμως διαφέρουν σε γνώσεις και ικανότητες. Οι διαδρομές που μερικά τρένα ακολουθούν είναι αντίθετες ή πιο δαιδαλώδεις από τα άλλα. Χρειάζεται επομένως μεγάλη προσοχή σε ποιο όχημα θα επιβιβασθούμε ποια διαδρομή ακολουθεί και ποιον οδηγό έχει. Ο Δημιουργός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να επιλέξει μόνος του το καλό και το κακό. Ελεύθεροι είμαστε στις επιλογές μας μα και υπεύθυνοι γι' αυτές.

Ας σκεφθούμε ξανά την διαδρομή που έχουμε κάνει. Ας κοιτάξουμε τον οδηγό, το όχημα, το πού πηγαίνουμε κι ας βρούμε τη δύναμη ν’ ακολουθήσουμε τον ένα Οδηγό που θα μας μεταφέρει στη γη της Επαγγελίας Του. Υπάρχει πάντα καιρός για ένα ξεκίνημα «νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν καιρός σωτηρίας» Απ. Παύλος.

 

«Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός…»

Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διά σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις;

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος – Περί αγάπης Χριστού.

 

Μέσα σ’ αυτή την οδύνη και τον πόνο, με την καρδιά πλημμυρισμένη από θλίψη κι απόγνωση, τα λόγια αυτά έρχονται να γεμίζουν την ψυχή μ’ ελπίδα, με ζεστασιά, με θαλπωρή. Πόσο μόνοι κι αδύναμοι νοιώσαμε ξαφνικά, μετά από μια αναπάντεχη καταστροφή; Πόση ανάγκη για βοήθεια έχουμε όταν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βλέπουμε να γκρεμίζετε ότι με κόπους είχαμε κτίσει, τους κόπους μιας ζωής;

Κι αν η όποια ανθρώπινη βοήθεια μπορεί να ανακουφίσει κάπως τους δυστυχισμένους, η παρουσία Του, η Σκέπη Του, η πρόνοιά Του, έρχεται πάντα για να γαληνεύει την ψυχή, να γλυκάνει τον πονεμένο, να παρηγορήσει εκείνους που νοιώσανε περισσότερο από τους άλλους την συμφορά.

«Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός…»

Μόνο αυτός μπορεί να έχει τις ιδιότητες εκείνες που παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Είναι ταυτόχρονα, ο δυνατός πατέρας, που κρατά στους ώμους του το βαρύ φορτίο της οικογένειας αλλά και η γλυκύτατη μάνα, που με τόσους κόπους, τόσες θυσίες, τόσα ξενύχτια, αγωνίζεται να φέρει σε πέρας την σπουδαιότερη αποστολή που ανέθεσε ο Θεός στον άνθρωπο, της ανατροφής των παιδιών.

Είναι ο τροφεύς, το ιμάτιο. Αυτός που δίνει την πνευματική τροφή και ψυχική αντοχή για να υπερπηδά κάθε δύσκολο εμπόδιο ο άνθρωπος, να μη λυγίζει μπροστά στις δυσκολίες.

«Εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος…»

Οι γερές βάσεις, οι δυνατές ρίζες της πίστης, αποτελούν την προϋπόθεση για να κτίσει κάποιος το σπουδαίο οικοδόμημα της χριστιανικής οικογένειας, της χριστιανικής κοινωνίας. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να κατανοήσει τα μεγάλα νοήματα, τις υπέροχες αλήθειες, που κρύβει στην κάθε του λέξη, στο κάθε μυστήριο, ο Λόγος Του.

Η έλλειψη της γνώσης, της πραγματικής κατανόησης της Χριστιανικής Πίστης, κάνει τον άνθρωπο ανίσχυρο, όπως το δέντρο με τις αδύναμες ρίζες, όπως το σπίτι που δεν έχει θεμέλια.

Μετά από κάθε μεγάλη συμφορά, ευτυχής είναι εκείνος που διατηρεί αλώβητη την πίστη του σ’ Εκείνον. Ευτυχισμένος όποιος μπορεί να δοξάσει τον Θεό μέσα από τα βάθη της ψυχής του γιατί παραμένει ακόμα γερή και δυνατή η οικογένειά του.

Μπορεί να χάνονται τα υλικά αγαθά, όμως αυτά αναπληρώνονται, είναι ασήμαντα μπροστά στα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Ότι κερδίζει ο άνθρωπος, το κερδίζει με την βοήθειά Του. Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μόνος του, χωρίς την βοήθεια κανενός, κατάφερε να δημιουργήσει την όποια περιουσία, μικρή ή μεγάλη. Όποιος ισχυρίζεται ότι «μονάχος έκανα την περιουσία μου» είναι εγωιστής, δεν λέει αλήθεια, ίσως γιατί δεν την γνωρίζει.

Ο ιδρώτας πράγματι γίνεται χρήμα, κι ο κόπος κτίσμα. Μα όλα αυτά, έχουν ένα ακόμη σημαντικό παράγοντα, την Σκέπη Του. Χωρίς την Σκέπη του Θεού ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει τίποτα.

Αυτός μας δίνει τις χαρές για να τον υμνούμε, αλλά και τις λύπες για να μας δοκιμάζει, για να μας χαλυβδώνει. Αυτός μας δίνει την υγεία για να δουλεύουμε και να απολαμβάνουμε τα αγαθά. Χωρίς την υγεία τίποτα δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να πετύχει.

Ο Χριστός ήρθε για να υπηρετήσει και όχι για να τον υπηρετήσουν όπως λέει αυτό το υπέροχο απόσπασμα.

Ήρθε να μας υπηρετήσει και να μας δείξει τον χριστιανικό τρόπο ζωής. Έναν τρόπο λιτό, απέριττο, γεμάτο αγάπη αλλά κι ελπίδα για το αύριο.

Με την ελπίδα αυτή ας δούμε το αύριο κι ας μη ζητάμε επίμονα υλικά αγαθά τα οποία θα μας είναι εντελώς άχρηστα μετά τον θάνατό μας.

Ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε αλώβητη την πίστη μας και καθαρή την καρδιά μας για να είμαστε «και συγκληρονόμοι, και φίλοι και μέλη» στην επουράνια ανεκτίμητη περιουσία Του.

Τι πλέον θέλεις;

 

Βοήθα με Θεέ μου!

«Βοήθα με Θεέ μου!»

Πόσες φορές δεν έχουμε ζητήσει την βοήθεια Του και πόσες φορές το ξεχάσαμε;

Σε στιγμές απόγνωσης, οδύνης, κινδύνου, σ’ Αυτόν στρεφόμαστε για βοήθεια γιατί γνωρίζουμε, πως μόνο Αυτός μπορεί να παρέμβει, από Αυτόν κρέμεται η ευτυχία μας, το μέλλον μας!

«Βοήθα με Θεέ μου!»

Με το δάκρυ στην άκρη του ματιού, παρακαλάμε να γίνει ο δύσκολος δρόμος της ζωής πιο βατός, με λιγότερα αγκάθια, να μαλακώσουν οι πληγές στην καρδιά. Και μόνο που στρεφόμαστε με πίστη σ’ Αυτόν, ένα αίσθημα γαλήνης, ανακούφισης, αλλά και σιγουριάς, μας πλημμυρίζει.

Θυμίζει έντονα το γεγονός αυτό, τον εκατόνταρχο που πήγε στον Χριστό και του ζήτησε να κάνει καλά τον άρρωστο δούλο του. Όταν ο Χριστός του είπε πως θα πάει στο σπίτι του σε λίγο, ο εκατόνταρχος, φανερώνοντας το μέγεθος της πίστης του, απάντησε πως και δίχως να πάει, με μια του λέξη και μόνο από το σημείο που ήταν, ο δούλος του θα γινότανε καλά.

Πίστευε ο εκατόνταρχος και μακάρι κι εμείς να είχαμε αυτή τη δύναμη της πίστης. Πολλές φορές αμφιβάλουμε κι αναρωτιόμαστε αν πράγματι ο Θεός ακούει τις προσευχές μας, τις παρακλήσεις μας και μάλιστα, όταν τα αγκάθια της ζωής μας ματώνουν την ψυχή όλο και περισσότερο, όλο και βαθύτερα. Και λέμε γεμάτοι παράπονο: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες!»

Μια ωραία ιστορία από το Γεροντικό, έρχεται να δώσει μια σπουδαία αλλά ταυτόχρονα και τόσο γλυκιά απάντηση σ’ αυτό το γιατί.

«Κάποιος λέει, ζήτησε από τον Θεό, να είναι δίπλα του για να έχει την στήριξή Του στον δύσκολο δρόμο που είχε να διαβεί. Ο Θεός πράγματι, του έδωσε την υπόσχεση.

Καθώς βάδιζε στον δρόμο της ζωής, παρατήρησε πως όταν ο δρόμος ήταν ίσιος, δίπλα στις δικές του πατημασιές ήταν και οι πατημασιές του Θεού. Στα δύσκολα σημεία όμως, εκεί που κινδύνευε να χαθεί, να λυγίσει, υπήρχαν μόνο οι πατημασιές από ένα άτομο. Πικραμένος, στράφηκε προς τον Θεό και του είπε: «Θεέ μου, σου ζήτησα να είσαι συνεχώς στο πλάι μου για να μπορέσω να αντέξω στις δοκιμασίες. Όμως στις δύσκολες στιγμές, γυρνώντας πίσω, έβλεπα μόνο ενός τα βήματα. Γιατί Θεέ μου;»

Και πήρε την απάντηση από τον Θεό:

«Γιατί στις δύσκολες στιγμές, στα δύσκολα σημεία, σ’ έπαιρνα στην πλάτη μου για να σε περάσω και να μην χαθείς!»

Πόση χαρά αλλά και πόση ντροπή θα πρέπει να αισθάνθηκε που αμφέβαλε για την αγάπη Του! Αλλά κι εμείς, πόσες φορές αμφιβάλουμε για την παρουσία Του και νοιώθουμε μόνοι ανάμεσα στις συμπληγάδες της ζωής;

Κι όμως! Αν αναλογιστούμε ποια ανεξήγητη δύναμη μας βοηθάει να ξεπεράσουμε και τα πιο ανυπέρβλητα εμπόδια, τότε θα είχαμε την απάντηση. Εκτός κι αν ο εγωισμός μας, η φιλαυτία, μας κάνει να πιστεύουμε πως μόνοι μας, με μοναδικό όπλο τις ικανότητές μας, μπορούμε και βαδίζουμε μπροστά, παραμερίζοντας ή ξεπερνώντας τα εμπόδια.

Κανείς δεν αμφισβητεί τις δυνατότητες του ανθρώπου. Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά όλοι, μέχρι που φτάνουν.

Έχει ικανότητες ένας μαθητής, έχει δυνατότητες, κανείς δεν τους τις αμφισβητεί, όμως, για να ανέβει ψηλότερα, να περάσει τις δοκιμασίες των εξετάσεων, έχει δίπλα του έναν εκπαιδευτικό, έναν φροντιστή.

Έχει σωματικά προσόντα ένας νέος, έχει ταλέντο, όμως για να γίνει καλός αθλητής, έχει δίπλα του ένα πολύ καλό προπονητή, που τον καθοδηγεί, τον συμβουλεύει. Αν ακολουθήσει σωστά τις οδηγίες του, τότε στέφεται νικητής.

Κι αν ο κόσμος που χειροκροτεί τον αθλητή, παραβλέπει το γεγονός, πως τεράστιο μερίδιο για την επιτυχία του έχει κι ο προπονητής, εμείς δεν πρέπει να είμαστε τόσο αφελείς για να πιστεύουμε πως όλα τα επιτυγχάνουμε μόνοι μας.

Κάποιος εκπαιδευτικός, κάποιος προπονητής, ο φιλεύσπλαχνος Θεός, είναι δίπλα μας, σε κάθε μας βήμα, οδηγώντας μας, αργά αλλά σταθερά, μέσα από τις δυσκολίες της ζωής, στην ευτυχία.

«Βοήθα με Θεέ μου!»

Πολλές φορές ακόμα θα πούμε αυτή την φράση.

Όμως, ας γίνουμε σαν τον εκατόνταρχο που πίστευε αληθινά σ’ Εκείνον. Τα σημάδια της παρουσίας Του είναι συνεχώς μπροστά στα μάτια μας. Αρκεί, να μην μας τυφλώνουν τα φώτα της απόλαυσης και του υλισμού.

Πάνω μας υπάρχει η Σκέπη Του, που δίνει σ’ όλους την σιγουριά, την γαλήνη, την ευτυχία.

Αν θέλουμε να απομακρυνθούμε από κοντά Του, από την Σκέπη Του, είναι επιλογή μας.

Αυτός όμως θα μας περιμένει να γυρίσουμε, όπως ο πατέρας που περίμενε τον άσωτο υιό.

«Βοήθα με Θεέ μου!»

Ας το πούμε με πίστη και να ξέρουμε πως θα μας βοηθήσει…

 

Αγάπη: Αυτό το υπέροχο συναίσθημα…

“Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον” (Προς Κορινθίους α΄, κεφ. 18)

Αγάπη. Αφηρημένη αλλά και τόσο συγκεκριμένη έννοια. Συγκλονιστικό συναίσθημα. Όλα τα χείλη έχουν τραγουδήσει αυτή τη λέξη. Είναι η κορωνίδα του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου.

Πώς όμως ο καθένας τη νοιώθει; Πώς και πού την αναζητά;

Άλλος την ψάχνει όπως ο διψασμένος το νερό και άλλος, όπως ο φιλάργυρος το χρήμα. Άλλος υπηρετεί αυτούς που αγαπά και άλλος καταδυναστεύει όσους τον αγαπούν. Εναγώνιες προσπάθειες να βρεθεί η αληθινή αγάπη, η παντοτινή. Και συνήθως η αναζήτηση γίνεται μεταξύ των ανθρώπων. Όμως και αυτοί έχουν το κενό της αγάπης μέσα τους και ψάχνουν να τη βρουν. Πλανεμένες προσπάθειες, αποτυχημένες. Διότι ποιος είναι αυτός που μπορεί να δώσει αν δεν έχει; Ποιος είναι αυτός που ξέρει την αγάπη αν δεν την έχει προηγουμένως γνωρίσει; Και τι αλήθεια εννοούμε λέγοντας «αγάπη»;

Ο Απόστολος Παύλος μας εξηγεί: «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει» (Προς Κορινθίους Α΄ κεφ. ΙΓ 4-7).

Αξίζει να δούμε την αγάπη, όχι με το ερωτικό της περικάλυμμα – κάτι που περιορίζει αλλά και υποβαθμίζει την σημασία της – αλλά με μια σύντομη μεν, αλλά γενικότερη μελέτη, που θ’ ανοίξει τους δρόμους για μια άλλη θεώρηση της ζωής μας.

 

Η Ελευθερία

“Τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους” (Κατά Ματθαίον Κεφ. Ε΄ 45).

Το συναίσθημα της αγάπης δεν πρέπει να περιορίζεται. Πρέπει ν’ απλώνεται σε κάθε πλάσμα, σε κάθε στοιχείο της φύσης. Ο περιορισμός της σε ορισμένα πρόσωπα ή πράγματα, δημιουργεί αρρωστημένο ψυχικό κόσμο, με πλήθος φοβίες και πάθη. Όπως το αηδόνι αν το κλείσουμε στο κλουβί θα πάψει να κελαηδά και σε λίγο θα πεθάνει, έτσι και την αγάπη, αν την περιορίσουμε, θα πάψει να είναι θεϊκή. Θα γίνει εγωιστική, ανυπόφορη. Δεν θα είναι πηγή που δροσίζει, που ποτίζει, που ξεκουράζει αλλά θα είναι φυλακή, δεσμά, τυραννία για το άτομο και τους γύρω της. Η ψευδής αγάπη, αυτή δηλαδή που από λάθος διαφώτιση ή διδασκαλία έχει συνειδησιακά εμπεδωθεί ως αληθινή έκφραση και οδηγεί τον άνθρωπο σε εκδηλώσεις μεμονωμένης λατρείας, σε υποταγή, ποτέ δεν μπορεί να τον κάνει να νοιώσει το υπέροχο συναίσθημα της ολοκληρωτικής αγάπης. Ο άνθρωπος που αγαπά μόνο το παιδί του και όλη του η ζωή, η σκέψη, περιστρέφεται γύρω απ’ αυτό, είναι δυστυχισμένος. Ο άνδρας που αγαπά μόνο τη γυναίκα του, είναι σύζυγος καταπιεστικός. Κοιτάξτε έναν ωραίο πίνακα ζωγραφικής. Τα πολλά χρώματά του σμίγουν αρμονικά μεταξύ τους και δίνουν αυτή την ωραιότητα. Μεμονωμένα τα χρώματα, έξω από τον πίνακα, είναι απλώς χρωματισμοί χωρίς ενδιαφέρον. Έτσι και η αγάπη, όταν εκφράζεται με την ίδια ένταση προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Όταν όμως διασπασθεί σε πατρική, συζυγική, φιλική, χάνει την σπουδαία σημασία της και γίνεται από σχέση θεού με άνθρωπο, σχέση ανθρώπου με άνθρωπο.

Για να γίνω πιο κατανοητός στη θέση αυτή, θ’ αναφέρω το παράδειγμα της όασης και του ποταμού. Η όαση παραμένει σταθερή σ’ ένα μέρος και για να την πλησιάσει κανείς πρέπει να κινδυνεύσει. Γύρω της υπάρχει μόνο έρημος και δίπλα της ελάχιστοι φοίνικες που δέχονται τη δροσιά της. Η όαση ξεκουράζει, ξεδιψά για λίγο τους ταξιδιώτες, δεν μπορεί όμως να τους κρατήσει κοντά της γιατί γύρω της υπάρχει ερημιά, γύμνια, απομόνωση. Δεν μπορεί να τους δώσει τροφή, τροφή ψυχής, γι’ αυτό και εκείνοι ξεκινούν πάλι το ταξίδι στην έρημο για να βρουν τον παράδεισο τους.

Η όαση είναι εδώ, αυτός που έχει τη δύναμη να δώσει ζωή, αγάπη, παραμένει όμως προσκολλημένος στη φιλαυτία του, τον ναρκισσισμό του και δεν επιθυμεί να υπηρετήσει το σύνολο αλλά μόνο λίγους φοίνικες, τα μέλη της οικογένειάς του ή μερικούς γνωστούς. Φοίνικες είναι αυτοί που γεννιούνται και μένουν γύρω από μια όαση και δεν έχουν δύναμη να ξεφύγουν απ’ αυτήν. Είναι παγιδευμένοι από τη δροσιά της, τη δύναμή της. Δεν έχουν ισχυρή θέληση, δυνατή προσωπικότητα. Ταξιδιώτες είναι αυτοί που αναζητούν την αγάπη, την αλήθεια, αλλά έχουν πάρει λάθος δρόμο. Η έρημος που διασχίζουν είναι η άγονος ψυχή τους και ο καυτός ήλιος πάνω από τα κεφάλια τους, τα αμαρτήματά τους. Η όαση που βρίσκουν είναι οι υλιστικές απολαύσεις που αφού τις δοκιμάσουν, αφού ικανοποιήσουν τις αισθήσεις τους αποχωρούν πνευματικά ανικανοποίητοι. Συνεχίζουν το ταξίδι τους, χαμένοι μέσα στην έρημο, τα πάθη τους, αναζητώντας την αληθινή, την πραγματική αγάπη που ελπίζουν να συναντήσουν για να τελειώσει σ’ αυτό το σημείο το κουραστικό ταξίδι τους.

Ο ποταμός ξεκινά από την πηγή του και στο διάβα του ποτίζει όλη τη γη που συναντάει. Την κάνει εύφορη, έτοιμη να δεχθεί το σπόρο. Δροσίζει όσους βρίσκει στο διάβα του. Χαρίζει την ενέργειά του. Καθαρίζει τις όχθες από βρωμιές και σάπια αντικείμενα. Το νερό του είναι καθαρό, γάργαρο, χωρίς επικίνδυνες ουσίες. Δίνει το νερό του σε δίκαιους και αδίκους, σε καλούς και κακούς.

Εδώ ποταμός είναι ο άνθρωπος και το νερό που κυλά μέσα σ’ αυτόν είναι η ζωοφόρος αγάπη του. Οι όχθες του ποταμού εμποδίζουν το νερό να σκορπισθεί άδικα, να βλάψει καλλιέργειες ή κατοικημένες περιοχές. Είναι οι ηθικοί κανόνες που δεν αφήνουν τον άνθρωπο ούτε να υπερβάλλει την όχθη αλλά ούτε να παρεκκλίνει. Κυλά ήρεμα ανάμεσα στα εύφορα καταπράσινα λιβάδια, ενώ είναι ορμητικός στις πετρώδεις εκτάσεις στις άγονες περιοχές.

Οι άνθρωποι που θέλουν να γευθούν τα χαρίσματά του, σχηματίζουν φράγματα για να τον κρατήσουν κοντά τους. Αντίθετα οι μοχθηροί, οι κενόδοξοι, εκείνοι που τον μισούν, ρίχνουν μέσα του βόρβορο, βρωμιές για να τον μολύνουν. Όμως η καθαρότητά του είναι τέτοια, που μένει αμόλυντος σε κάθε προσπάθειά τους.

Η δροσιά και η σπουδαιότητα του ποταμού είναι μεγάλη όσο και η ζωογόνος πνοή. Δεν περιμένει να έρθουν σ’ αυτόν, αλλ’ αυτός σπεύδει να δώσει τα χαρίσματά του, χαρίσματα που οφείλει στον δημιουργό του την Πηγή. Ο ποταμός κάνει την άγονη γη εύφορη. Μαλακώνει την σκληρή καρδιά έτσι που το υνί του γεωργού εύκολα θα την οργώσει και θα φυτεύσει τον σπόρο της αλήθειας, της αγάπης. Και γεωργός – σπορέας είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Έτσι λοιπόν και η αγάπη, αν είναι σαν την όαση. Αν περιορίζεται σε άγονες περιοχές ή σε λίγους ταξιδιώτες, τότε και η σημασία της περιορίζεται σημαντικά.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να γίνουμε ποταμοί Αγάπης για τους πλησίον μας, όπως Εκείνος δίδαξε.

 

Η Φιλανθρωπία

“Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται” (Κατά Ματθαίο Κεφ. Ε΄-7).

Η αγάπη σαν έκφραση ζωής, δείχνει και την ποιότητά της. Αν κάποιος τα αποθέματά της τα κρύβει στα σκοτεινά υπόγεια της σκληροκαρδίας, είναι σαν τον φιλάργυρο που αποταμιεύει πλούτη χωρίς ποτέ να χαρεί τις απλές και όμως τόσο σπουδαίες χαρές της ζωής. Διότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει πολλά, αλλά αυτός που δίνει πολλά. Ο φιλάργυρος, ο αποταμιευτής, έχει την αγωνία, τον φόβο, να μην του κλέψουν την περιουσία του. Είναι ο φτωχός, δυστυχισμένος άνθρωπος, άσχετα με το πόσα έχει. Όποιος έχει την δύναμη να δίνει τον εαυτό του, από το δικό του, από το υστέρημά του, είναι ο πλουσιότερος των πλουσίων. Και είναι πιο πλούσιος γιατί η σκέψη του είναι πάντοτε στραμμένη προς τα πάνω, προς Αυτόν και ποτέ δεν νοιάζεται για υλικά αγαθά. Ευλογεί τον Θεό για την δυνατότητα που του δίνει να ζει βοηθώντας τους άλλους αλλά και ευγνωμονεί τον Θεό όταν δυστυχεί, γιατί μέσα από την δοκιμασία θα φθάσει στον εξαγνισμό. Αυτή η δύναμη συνυπάρχει μόνο μέσα στην καρδιά εκεί που έχει αγαπήσει τον Θεό αληθινά.

 

Η Ταπεινοφροσύνη

“Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος (Κατά Μάρκον Κεφ. Θ'-35).

Κάποτε ένας αρχιεπίσκοπος και μερικοί ιερείς, ήθελαν να δοκιμάσουν αν ο Αββάς Μωϋσής ο Αιθίοπας, είχε πραγματική ταπείνωση. Έτσι ο αρχιεπίσκοπος έδωσε εντολή να τον διώξουν από το ιερό, όταν εισήρχετο σ’ αυτόν και συγχρόνως να τον παρακολουθήσουν τι θα πει αφού εξέλθει απ’ αυτόν. Πράγματι του είπαν: «ύπαγε έξω Αιθίοψ». Εκείνος βγήκε αμέσως λέγοντας: «Καλώς σοι εποίησαν, σποδόδερμε μελανέ, μη ων άνθρωπος, τι εισέρχη εν μέσω ανθρώπων;»

Η αληθινή αγάπη δεν σου επιτρέπει να στραφείς κατά των άλλων. Στρέφεσαι κατά του εαυτού σου και αναζητάς την αιτία που οδηγεί στην δυσαρμονία. Η ζωογόνος αγάπη γίνεται πάντα αποδεκτή από τους άλλους. Αν κάποιος δεν μπορεί να αγαπηθεί από κανέναν, σίγουρα δε φταίνε οι άλλοι αλλά ο ίδιος. Οι εκδηλώσεις του, η συμπεριφορά του, είναι τέτοιες που τον κάνουν αποκρουστικό.

Πρέπει λοιπόν να στραφεί μέσα του, ν’ αναζητήσει τα αίτια και στρεφόμενος προς την πηγή της αγάπης, ν’ ανοίξει τις δεξαμενές της καρδιάς του. Και αφού πλημμυρίσουν απ’ αυτήν, να βγει στους δρόμους. Τότε σίγουρα όλοι θα τον αγκαλιάσουν, θα τον αγαπήσουν, γιατί η ματιά του, τα λόγια του, οι κινήσεις του, θα περιέχουν την Θεία Χάρη. Ο εγωισμός δεν καθρεπτίζεται πια στην ματιά του. Τα λόγια του δεν θα είναι πικρόχολα, προσβλητικά. Οι κινήσεις του δεν θα είναι βίαιες, απότομες. Μέσα από την ταπεινοφροσύνη θ’ αναβλύσει η νικηφόρος αγάπη, που κάνει κάθε τροπαιοφόρο της, πόλο έλξης των ανθρώπων.

 

Η Αυτοθυσία

“Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν (Κατά Ιωάννη Κεφ. Ιβ΄-25).

Όπως ο Χριστός θυσιάστηκε για την σωτηρία του ανθρώπου, έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να θυσιάζεται για το καλό των συνανθρώπων του. Η αγάπη ήταν αυτή που ανέβασε το Χριστό στο σταυρό. Η αγάπη του για τον εκπεσόντα τον οδήγησε στον Γολγοθά. Και όταν Αυτός όχι μόνο θυσιάστηκε αλλά και συγχώρεσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τότε εμείς, οι απλοί άνθρωποι, τι άλλο θέλουμε να δούμε για ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμά του;

Πράγματι είναι δύσκολο να υπερνικήσει κανείς τα ένστικτα και ειδικότερα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, γιατί αυτά είναι δέσμια της σάρκας. Αν όμως το πνεύμα εξουσιάζει τα ένστικτα, τότε μπορεί να φθάσει στο μεγαλείο της αυτοθυσίας. Και αυτοθυσία δεν είναι μόνο η θανατική προσφορά αντ’ άλλου. Είναι κυρίως η καθημερινή συνεισφορά για την καλυτέρευση της ζωής του συνανθρώπου μας. Ο καθημερινός αγώνας για την πνευματική πρόοδο όλων των ανθρώπων. Το να βάζεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο και τελευταίο στις απολαβές, τα βραβεία. Να μην ικανοποιείσαι ποτέ γι’ αυτά που προσφέρεις θεωρώντας τα ελάχιστα και να παρακαλάς τον Θεό να σ’ αξιώσει να κάνεις κάτι σπουδαίο, κάτι ωφέλιμο. Να γίνεσαι καθημερινά γεφύρι χαράς, παρηγοριάς, συμπόνιας.

 

Πώς κερδίζεται η Αγάπη;

“Ή τις έστιν εξ υμών άνθρωπος, ο εάν αιτήση ο υιός αυτού άρτον, μη λίθον επιδώσει αυτώ;” (Κατά Ματθαίο Κεφ.ζ΄-9).

Και φθάνουμε στο σημείο να πούμε: Μα καλά, πώς μπορεί ένας απλός άνθρωπος να φθάσει σε αυτό το σημείο; Πώς μπορεί κάποιος να νιώσει έτσι την αγάπη; Πώς μπορεί να ενωθεί με τον Θεό;

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πρέπει να νιώσει κάποιος αυτή την ανάγκη. Όπως ο ασθενής αναζητά τον καλύτερο γιατρό, το καλύτερο φάρμακο για να θεραπευθεί, έτσι και αυτός που αναζητά την Αγάπη, ψάχνει για τον καλύτερο πνευματικό οδηγό στην πορεία της ζωής του, την αθάνατη Θεία Ευχαριστία, την αιώνια ίαση. Και εδώ θεραπευτής αλλά και ίαμα συγχρόνως είναι ο Θεός. Η ειλικρινής και εκ βάθους καρδίας αγάπη δίνει στον αιτούντα την Χάρη να δεχθεί το Ίαμά Του. Διότι μόνο όταν αγαπάς το σύνολο αγαπάς με την ίδια δύναμη και τα μέρη του. Ενώ αντίθετα, η προσήλωση της αγάπης σε μέρος του συνόλου, σε κάνει ν’ αγνοήσεις και κατ’ επέκταση να χάσεις το όλον. Αν δεν ανοίξουμε τα παράθυρα, το φως του ήλιου δεν μπαίνει μέσα στο σπίτι. Έτσι πρέπει ν’ ανοίξουμε την καρδιά μας σ’ Αυτόν. Με καθημερινή προσευχή, να ζητούμε να μας αξιώσει ν’ αγγίξουμε «την άκρη του ιματίου του». Με πραγματική ταπείνωση να ζητούμε την ευσπλαχνία του. Με δάκρυα μετανοίας να ζητούμε τον ξεπλυμό των αμαρτημάτων μας.

Αν γίνονται ειλικρινώς αυτά, τότε είναι σίγουρο ότι θα νιώσουμε το χάδι του. Και αν μπούμε μέσα στην οικογένεια της Εκκλησίας και μετέχουμε των Θείων Μυστηρίων, της Θείας Ευχαριστίας, τότε είναι βέβαιο ότι θα νιώσουμε και την ζεστή του αγκάλη. Και τίποτα πλέον δεν θα μπορεί να μας βγάλει από εκεί. Και η καρδιά μας, πλημμυρισμένη από αληθινή αγάπη, την αγάπη Του, θα εκχέει και στους άλλους τα πλούσια αγαθά της.

Θα γίνουμε ζωοδότες ήλιοι δεχόμενοι την Χάρη Του και όχι απλανείς αστέρες, διακοσμητικά στοιχεία στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

 

Ας δοκιμάσουμε την Αγάπη μας

Τεράστιας σημασίας για τον κάθε χριστιανό η Μεγάλη Εβδομάδα.

Μέρες περισυλλογής, μέρες ψηλάφησης των μεγάλων μηνυμάτων που απευθύνονται στην ψυχή και που την οδηγούν στην λύτρωση μέσα από τα δύσκολα και σκληρά μονοπάτια της ταπείνωσης.

Το πρώτο μήνυμα που μας δίνουν τα συγκλονιστικά γεγονότα των Παθών του Κυρίου, είναι αυτό της προδοσίας.

Ήταν τα τριάκοντα αργύρια, η φιλαργυρία που οδήγησαν τον Ιούδα στην προδοσία, ή η επιθυμία του για μια ένοπλη επανάσταση κατά των Ρωμαίων;

Δεν έχουν σημασία τα αίτια αλλά η πράξη.

Μια πράξη που προείδε ο Χριστός και που έμελλε να αποτελέσει την απαρχή του Θείου Δράματος.

Προδίδει κανείς αυτό που αγαπά, αυτό που πιστεύει με όλη την δύναμη της καρδιάς του;

Φαίνεται πως στην περίπτωση του Ιούδα, η αγάπη του για τον Χριστό ήταν μικρότερη από τις δικές του φιλοδοξίες, από τις μεγάλες αδυναμίες του.

Γι’ αυτό και υπέκυψε ή στο χρήμα (σύμφωνα με την Ιερά παράδοση) ή στην ιδέα της ένοπλης επανάστασης ((σύμφωνα με κάποιους μελετητές).

Κι εμείς σήμερα πόσο πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό, στον λυτρωτή του κόσμου;

Έχουμε την δύναμη να αντισταθούμε στην ύλη, στις ηδονές, στις ιδέες εκείνες που κατασκευάζουν θνητοί και που στρέφουν ανθρώπους κατά ανθρώπων;

Αυτή είναι η αρχή της ψηλάφησης του εσωτερικού μας κόσμου για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε πιο πέρα, πιο ψηλά.

Γιατί αν η σάρκα κρατά την ψυχή δέσμια των παθών της, αν η ψυχή αποπροσανατολίζεται από άλλα μηνύματα, από άλλες ιδέες, τότε υπάρχουν πολλές πιθανότητες κι εμείς να γίνουμε οι σύγχρονοι Ιούδες, που θα προδίδουμε στην κάθε ευκαιρία, στο κάθε γήινο κάλεσμα αντίδρασης, τον Χριστό.

Η Αγάπη και η Πίστη επομένως πρέπει να σφυρηλατηθούν τόσο, ώστε να μην επιτρέπει στις δοκιμασίες να την λυγίζουν, να την αποπροσανατολίζουν.

Πως όμως σφυρηλατείται η Αγάπη και η Πίστη;

Με έργα αλλά και με γνώση.

Εκείνος που αγαπά έναν άνθρωπο, ένα είδωλο, γνωρίζοντας μόνο την εξωτερική του εμφάνιση κι αγνοώντας την φύση του, την ποιότητά του, τις αδυναμίες και τα προτερήματά του, εύκολα μπορεί να οδηγηθεί στην αγάπη ενός άλλου ανθρώπου ή ειδώλου έχοντας και πάλι σαν μοναδικό ερέθισμα, την εξωτερική εικόνα.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Ιούδα.

Δεν φρόντισε να «καλλιεργήσει» την σχέση του με τον Κύριο και να «δει» τους δρόμους που έδειχνε με τα κηρύγματά Του ο Θεάνθρωπος.

Είχε τα μάτια, αλλά και την καρδιά, ερμητικά κλειστά στο Φως της Αλήθειας, στον ποταμό της Αγάπης που σβήνει κάθε δίψα, που γλυκαίνει κάθε πόνο, που ανακουφίζει κάθε άρρωστο.

Τα θαύματα που έβλεπε να γίνονται, δεν συγκινούσαν την καρδιά του.

Οι παραβολές Του, ήταν ακατανόητες για τον Ιούδα.

Η ύλη, οι ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά και τα οράματα εκείνα που οδηγούν τον άνθρωπο να σκοτώνει ανθρώπους, ήταν χαρακτηριστικά του Ιούδα.

Και γι’ αυτό, χωρίς πολλή περίσκεψη, πρόδωσε τον Χριστό στους Φαρισαίους.

Ήθελε να ικανοποιήσει προσωπικές του ανάγκες κι όχι να υπηρετήσει τον διδάσκαλό του, τον Χριστό.

Κι αυτό δυστυχώς σήμερα, βλέπουμε να γίνεται από αρκετούς συνανθρώπους μας.

Χωρίς περίσκεψη δολοφονούν ανθρώπους αθώους, ανυποψίαστους, μόνο και μόνο γιατί κάποιος Πλανητάρχης, ή κάποιος Ιμάμης, το αποφάσισε.

Χωρίς περίσκεψη πολλοί άνθρωποι, παρασύρονται από τα πλάνα λόγια πολιτικών που τους βάζουν αντιμέτωπους με άλλους συνανθρώπους τους.

Χωρίς περίσκεψη πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται για την κατάκτηση άλλων ανθρώπων παρά για την απλόχερη δωρεά αγάπης στον συνάνθρωπο.

Οι έννοιες της Αρετής, της Ευγένειας, της Ανδρείας, της Μεγαλοψυχίας, της Ευσπλαχνίας, δυστυχώς έχουν θαμπώσει.

Ευτυχώς που υπάρχουν οι ελάχιστοι για να μας θυμίζουν κάθε φορά, πως υπάρχουν στη ζωή μας και μεγαλύτερες ιδέες, σημαντικότερα πράγματα, υπάρχει κι άλλος δρόμος, αυτός που οδηγεί στη σωτηρία της ψυχής, ο δρόμος του Χριστού.

Αυτές τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, μας δίνεται η ευκαιρία για άλλη μια φορά, να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να δούμε τις αδυναμίες και τα λάθη μας, να δυναμώσουμε την αγάπη και την Πίστη μας.

Οι μωρές Παρθένες μας δίνουν το μήνυμα πως αν κλείσουμε έστω για λίγο τα μάτια μας, κινδυνεύουμε να χάσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών.

Η παραβολή των Ταλάντων που διαβάζεται την Μεγάλη Τρίτη μας υπενθυμίζει πως οφείλουμε να αξιοποιούμε όσο το δυνατόν καλύτερα τα προτερήματα που μας χάρισε ο Θεός. Γιατί πράγματι, μας τα χάρισε…

Την Μεγάλη Τετάρτη ας αξιολογήσουμε το μήνυμα της μετάνοιας και της συγχώρεσης που μας λέει ο Κύριος με την παραβολή του.

Γιατί μετάνοια χωρίς να συγχωρούμε εκείνους που μας πίκραναν, δεν υπάρχει.

Η Μεγάλη Πέμπτη μας οδηγεί στον δρόμο της Ταπείνωσης. Ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Εμείς μπορούμε να πράξουμε το ίδιο με τον συνάνθρωπό μας, ή έστω τον γονιό μας;

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η ημέρα της Ελευθερίας. Είναι η ημέρα που με το αίμα Του, λυτρώθηκε η ανθρωπότητα από τις αμαρτίες αιώνων.

Το Μεγάλο Σάββατο έρχεται το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Το βράδυ της Ανάστασης είθισται να δίνεται το «φιλί της Αγάπης».

Γιατί η Ανάσταση του Κυρίου σηματοδότησε το ξεκίνημα για την διάδοση του μηνύματος της Αγάπης σε όλο τον κόσμο.

Αυτό το φιλί της Αγάπης, που δίνουμε το βράδυ της Ανάστασης, ας το διαφυλάξουμε, ας το προστατεύσουμε.

Για να μην πέσουμε στις αδυναμίες του Ιούδα.

Γιατί προδοσία δεν είναι μόνο όταν κάποιον τον παραδίδεις στους εχθρούς του, αλλά κι όταν για ιδιοτελείς σκοπούς, απαρνιέσαι τις ιδέες του, τις διδαχές Του, την Αγάπη Του.

 

Ένα δώρο για το Χριστό

Χριστός γεννάται σήμερον…

Τι δώρο άραγε αξίζει να σου φέρω;

Στις αποθήκες της καρδιάς μου βρίσκω άφθονη πλεονεξία, υποκρισία, εγωισμό, απονιά και λίγη αγάπη.

Αν σου χαρίσω την πλεονεξία Χριστούλη μου πως θα αγωνίζομαι για να έχω όλο και περισσότερα υλικά αγαθά; Δεν θα τα θέλω όλα δικά μου κι έτσι θα δώσω την ευκαιρία στους άλλους να τα αποκτήσουν μένοντας εγώ μόνο μ’ αυτά που έχω σήμερα. Είναι άδικο γι’ αυτό θα σου φέρω κάτι άλλο.

Φαντάζει όμορφη η υποκρισία και θ’ άξιζε ένα τέτοιο δώρο σε κάποιον που θα ήθελε όλο τον κόσμο να τον έχει δικό του.

Μα αν στο δώσω σε σένα Χριστέ μου, πως άραγε θα μπορώ να ξεγελώ τους αφελείς, τους ευκολόπιστους, κι όλους όσους πρέπει να ξεγελάσω; Μου χρειάζεται κι αυτή η ικανότητα γι’ αυτό θα σου διαλέξω κάτι άλλο.

Τον εγωισμό μου ευχαρίστως θα σου χάριζα αν κι οι άλλοι έκαναν το ίδιο. Μα τον κρατούν και μου τον δείχνουν επιδεικτικά γι’ αυτό κι εμένα μου χρειάζεται. Πρέπει να τους αποδείξω πως ο δικός μου εγωισμός είναι μεγαλύτερος, ισχυρότερος, πως κανένας δεν είναι καλύτερος από μένα.

Σε όλους περισσεύει η απονιά μα κι αυτή την χρειάζομαι. Αν ξαφνικά την χάσω κι αρχίσω να συμπονώ το φτωχό, το ορφανό, την χήρα, τον κυνηγημένο, τότε κι εμένα αλλοίμονο μου. Θα αρχίσω να δίνω από τα υπάρχοντα μου και θα καταντήσω φτωχός και

δυστυχισμένος. Όχι Χριστέ μου, ούτε αυτό μπορώ να Σου χαρίσω.

Λίγη αγάπη μου περισσεύει Χριστέ μου που πράγματι δεν μου χρειάζεται και γεμάτος χαρά στη φέρνω στη φτωχική Σου φάτνη.

Στα χέρια μου την κρατώ και με οδηγό το άστρο το λαμπερό βαδίζω στον δρόμο που μου δείχνει. Δίπλα μου χιλιάδες άνθρωποι βαδίζουν και στα χέρα τους κρατούν την λίγη αγάπη που είχαν στην καρδιά τους.

Βλέπεις ούτε κι αυτοί την χρειάζονται κι έρχονται να στην αφήσουν στα πόδια Σου μήπως κι εσένα. Σου χρειαστεί.

Φτάνοντας έξω από την φάτνη Σου, βουνά τα δώρα των ανθρώπων και τι περίεργο, όλοι ήρθαν κι έδωσαν την αγάπη που είχαν στην καρδιά τους.

Βουνά αγάπης θα έχεις Χριστέ μου κι όταν μεγαλώσεις και καταλάβεις τους ανθρώπους, θα έχεις την δύναμη να συγχωρείς, να συμπονάς, να ευεργετείς, να είσαι ταπεινός, αληθινός.

Χριστός γεννάται σήμερον…

Για άλλη μια χρονιά όλοι οι άνθρωποι έμειναν χωρίς αγάπη στην καρδιά τους γιατί την χάρισαν στον Χριστό. Βλέπεις, για τους ανθρώπους αυτό το συναίσθημα είναι ασήμαντο να το έχουν, αλλά σημαντικό να τους το δίνουν.

Ίσως γι’ αυτό Αγάπη σημαίνει Χριστός κι αχαριστία Άνθρωπος.

Ίσως γι’ αυτό σε σταυρώσουμε ξανά Χριστέ μου.

Γιατί Εσύ διαφέρεις τόσο πολύ από εμάς…

 

Επίλογος: Το Χρέος

 «Δεν είχε κάνει ούτε δέκα βήματα όταν γύρισε το κεφάλι του πίσω και μου είπε με αυστηρή φωνή: Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ! Με ακούς; Ποτέ! Και πράγματι, όχι μόνο δεν την έχω ξεχάσει, αλλά τη μοιράζομαι και μαζί σας…»

 

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Κάποτε, σε κάθε σπίτι, υπήρχε ένας παππούς-Γιακουμής.
Καθόταν στο πεζούλι, άναβε τσιγάρο, και σου έλεγε ιστορίες.
Όχι για να περάσει η ώρα.
Για να μην ξεχάσεις.

Σου μιλούσε για έναν εμποράκο που αγάπησε σαν πατέρας ένα ξένο κορίτσι.
Για έναν κυρ-Γιώργη που πέθανε μόνος του, μια νύχτα Ανάστασης, κρατώντας τις φωτογραφίες των παιδιών του.
Για άντρες που φώναζαν «Είσαι μια άχρηστη» στη γυναίκα που τους μεγάλωσε τα παιδιά.
Για πολιτικούς που νίβουν τα χέρια τους και για όχλους που φωνάζουν «Βαραββά».

Δεν χάιδευε αυτιά ο παππούς-Γιακουμής.
Σε έβαζε μπροστά στον καθρέφτη και σου έλεγε: «Κοίτα. Αυτός είσαι».
Και μετά σου έδειχνε τον δρόμο:
«Απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού...»

Αυτές οι ιστορίες μαζεύτηκαν εδώ.
Είναι πικρές. Είναι αληθινές.
Μυρίζουν λιβάνι, χώμα, δάκρυ και ελληνικό καφέ.
Είναι η Ελλάδα που χάνουμε όταν ξεχνάμε να αγαπάμε.
Είναι η Ελλάδα που κερδίζουμε όταν θυμόμαστε να συγχωρούμε.

Μέσα σ’ αυτές τις σελίδες θα βρεις τον πατέρα σου, τη μάνα σου, τον εαυτό σου.
Θα θυμώσεις. Θα κλάψεις.
Και στο τέλος, αν το αντέξεις, θα πεις «Χριστός Ανέστη» και θα το εννοείς.

 

Δεν είχε κάνει ούτε δέκα βήματα όταν γύρισε το κεφάλι του πίσω και μου είπε με αυστηρή φωνή:
«Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ! Με ακούς; Ποτέ!»
Και πράγματι, όχι μόνο δεν την έχω ξεχάσει, αλλά τη μοιράζομαι και μαζί σας…

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ

  Αυτή την ιστορία να μην την ξεχάσεις ποτέ   ΑΦΙΕΡΩΣΗ Στους γονείς μου, που με κράτησαν όρθιο στα πρώτα μου βήματα, που ξαγρύπνησαν...