Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Έναρξη των πολιτιστικών εκδηλώσεων για τον εορτασμό της Ζωοδόχου Πηγής



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Ξεκίνησαν επίσημα οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου Αχαρνών για τον εορτασμό της Ζωοδόχου Πηγής. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν εκθέσεις ζωγραφικής γνωστών εικαστικών, εμπνευσμένες από την πλούσια παράδοση και ιστορία των Αχαρνών, αλλά και ένα πλούσιο πρόγραμμα καλλιτεχνικών εκδηλώσεων με παραδοσιακούς χορούς από τους πολιτιστικούς συλλόγους της περιοχής μας που συνοδεύονται από γνωστούς και αγαπημένους καλλιτέχνες.
Η έναρξη των εκδηλώσεων έγινε την Τετάρτη 15 Απριλίου με τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής της εικαστικού κα Γιούλας Μουστακάτου – Παπαχρήστου στον εκθεσιακό χώρο του Δήμου Αχαρνών. Την έκθεση εγκαινίασαν ο Δήμαρχος Αχαρνών κ Γιάννης Κασσαβός και η Πρόεδρος της Φιλότεχνης Λέσχης Αχαρνών κα Ειρήνη Μπαϊρακτάρη.
Την πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση επισκέφθηκαν πολλοί συμπολίτες μας, που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασαν τις εκδηλώσεις και συμμετείχαν στο πανηγύρι για τον εορτασμό της Ζωοδόχου Πηγής. 

Στο περιθώριο της έκθεσης, ο Δήμαρχος κ Κασσαβός δήλωσε: «Η Ανάσταση του Χριστού και ο εορτασμός της Ζωοδόχου Πηγής είναι πάντα δύο πολύ ξεχωριστές θρησκευτικές γιορτές για τις Αχαρνές. Εύχομαι από καρδιάς η φετινή Ανάσταση να είναι μία πραγματική Ανάσταση για όλους τους συμπολίτες μας που έχουν ταλαιπωρηθεί από την οικονομική κρίση και προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Θέλω να τονίσω ότι οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που εγκαινιάζουμε σήμερα, είναι δωρεάν και απευθύνονται σε όλους τους συμπολίτες μας, τους οποίους και προσκαλώ να συμμετέχουν. Όλοι μας έχουμε δικαίωμα στη χαρά και το χαμόγελο, και οι εκδηλώσεις αυτές είναι μία αφορμή να θυμηθούμε την παράδοση και τον πολιτισμό μας, και να σταθούμε κοινωνικά αλληλέγγυοι απέναντι στους συνανθρώπους μας, προσφέροντάς τους μία ανάσα πολιτισμού, μία ευκαιρία ψυχαγωγίας που δυστυχώς η οικονομική στενότητα την έχει στερήσει από όλους μας. Χριστός Ανέστη και Χρόνια πολλά σε όλους μας».


Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήραν το Τμήμα Παραδοσιακών Χορών της ΔΗ.Κ.Ε.Α., οι πολιτιστικοί σύλλογοι Ηπειρωτών, Θεσσαλών, και Κρητών, ο Σύλλογος του Κόκκινου Μύλου, ο Σύλλογος Άγιος Κωνσταντίνος που σκόρπισαν χαμόγελα και κέφι σε όλους τους παρευρισκομένους με τους παραδοσιακούς χορούς τους, συνοδευόμενοι από τα τραγούδια του Σπύρου Μπρέμπου και της ορχήστρας του Κοτσίνη με τον Βαγγέλη Δημούδη. 






Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Πόσο πίσω έχω μείνει!



 
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Συνειδητοποίησα μόλις εχθές – αλήθεια, πόσο καθυστερημένος είμαι! – το πόσο πίσω έχω μείνει! Και το συνειδητοποίησα, με τον πιο σκληρό κι οδυνηρό τρόπο. Διαπιστώνοντας, ότι φίλοι, που πίστευα πως έχουν τις ίδιες αξίες με μένα, βρισκόντουσαν αλλού, κατά το κοινώς λεγόμενο, ήτανε πολύ πιο μπροστά από μένα που είχα μείνει πίσω!
Είναι αλήθεια, πως οι γονείς μου, χωρίς ποτέ να μου πουν οτιδήποτε, με έμαθαν να αγαπώ την πατρίδα ΜΟΥ.
Είναι αλήθεια, πως οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές μου, με δίδαξαν τι σημαίνει Ελευθερία, ότι πρέπει να πολεμάς κάθε μέρα γι’ αυτήν, με δίδαξαν γιατί πρέπει να λατρεύω και να προστατεύω την χώρα ΜΟΥ.
Είναι αλήθεια, πως στον στρατό, κι ειδικότερα την περίοδο της επιστράτευσης το 1974, διαπίστωσα πως ήμουν έτοιμος να πολεμήσω και να πεθάνω για την πατρίδα μου, την Ελλάδα ΜΟΥ!
Και γράφω του ΜΟΥ με κεφαλαία γιατί διαπίστωσα χθες, πως η δική μου ΕΛΛΑΔΑ, καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα εκείνων που έχουν προοδεύσει, έχουν πτυχία, έχουν καταλάβει υψηλές θέσεις, και ορισμένοι από αυτούς, έχουν πολλά φράγκα στην τσέπη.
Εγώ, ο οπισθοδρομικός, νοιώθω περήφανος και στέκομαι προσοχή σε ένδειξη σεβασμού όταν ακούω τον Εθνικό Ύμνο ενώ δακρύζω όταν βλέπω να κυματίζει ψηλά η γαλανόλευκη, η σημαία ΜΟΥ!
Εγώ, ο οπισθοδρομικός, χωρίς να είμαι εκπαιδευτικός, αγωνίσθηκα για την Ελληνική Γλώσσα και την Παιδεία γενικότερα, γιατί μου έμαθαν – ίσως κακώς – οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές μου, στους οποίους τόσα πολλά οφείλω, πως τα κύρια χαρακτηριστικά ενός έθνους είναι η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα.
Σήμερα, νοιώθω πόσο πίσω έχω μείνει, αφού δεν υιοθετώ την τακτική μικρών και μεγάλων, να γράφω με λατινικούς χαρακτήρες, να μιλώ ή να γράφω παραλείποντας άρθρα π.χ. «πάμε πλατεία». Και δεν την υιοθετώ γιατί η Ελλάδα ΜΟΥ, μου απαγορεύει να την αλλοιώνω αλλά – πολύ περισσότερο – να σκεφτώ, πως θα ήταν καλό να επικοινωνώ με τους συμπολίτες μου σε μιαν άλλη γλώσσα, μια άλλη γλώσσα τόσο φτωχή και τόσο βάρβαρη, χωρίς πλούσια νοήματα όπως η Ελληνική!
Πόσο πίσω έχω μείνει!
Κάποτε η γενιά μου αγωνιζότανε και οραματιζότανε μια δυνατή κι ανεξάρτητη Ελλάδα, χωρίς πάτρωνες, χωρίς αφέντες. Σήμερα, που ξεπουλιέται η Ελλάδα, που σχεδιάζεται ο διαμελισμός της, η σημερινή γενιά αγωνίζεται για τον μισθό, για την σύνταξη, για να περνάει καλά. Όχι ότι αυτό είναι κακό. Όμως όσα και να λαμβάνεις σαν μισθό, σαν σύνταξη, με τι καρδιά θα ζεις βλέποντας την χώρα σου υποταγμένη, κατακερματισμένη, βιασμένη; Αυτό, που οι άλλοι με τόση ευκολία το προσπερνούν, εγώ δεν το αντέχω! Ίσως γιατί αυτοί, είναι πολύ πιο μπροστά από μένα κι εγώ έχω μείνει πολύ πίσω. Ίσως γιατί εγώ ζω στον δικό μου κόσμο. Ίσως…
Οι γονείς μου με την γεμάτη αγάπη φροντίδα τους, μου έδειξαν την οδό της ευγένειας.
Οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές, μου δίδαξαν τον δύσκολο δρόμο του καθήκοντος.
Η κοινωνία που με ανέθρεψε, με σπούδασε, μ’ εμπιστεύθηκε, μου έδωσε κληρονομιά την ανεκτίμητη Ελληνική Ιστορία. Μια Ιστορία γεμάτη θυσίες, γεμάτη αγώνες, με χιλιάδες ήρωες.
Μπορώ να προδώσω την κοινωνία που μ’ εμπιστεύθηκε;
Μπορώ να πετάξω στα σκουπίδια τους αθάνατους ήρωες;
Η Ελλάδα ΜΟΥ, δεν με αφήνει.
Μου λέει να κάνω κουράγιο, μου ζητάει – όπως κάθε φορά – να μείνω όρθιος, αμετακίνητος από τις θέσεις και τον όρκο που έδωσα: «Να φυλάττω πίστη εις την πατρίδα… Να υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδας του αίματός μου, τας Σημαίας. Να μην τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’ αυτών.»
Και θυμάμαι εκείνον τον ευτραφή πολιτικό που είχε χαρακτηρίσει την Ελληνική σημαία σαν ένα πανί! Θυμάμαι εκείνα τα πολιτικά ανθρωπάκια, που είπανε ευχαριστώ στον Πλανητάρχη και δέχθηκαν χωρίς καμία αντίσταση, τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο.
Πόσο πίσω έχω μείνει!
Κανείς δεν αντέδρασε τότε δυναμικά!
Μόνο κάποιοι οπισθοδρομικοί, εθνικιστές, πατριδοκάπηλοι σαν κι εμένα!
Που έβλεπαν την Ελλάδα να συρρικνώνεται, που έβλεπαν μαύρα σύννεφα να γεμίζουν απειλητικά τον καταγάλανο ουρανό της Ελλάδας ΜΟΥ!
Φαίνεται όμως, πως λόγω του προχωρημένου της ηλικίας μου, τα μάτια μου δεν έβλεπαν καλά, πως ότι έβλεπα, ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, ήταν κατάλοιπα του παρελθόντος που με διάφορες αιτίες, ερχόντουσαν στις σκέψεις μου και με βασάνιζαν.
Πόσο πίσω έχω μείνει!
Εγώ να αγαπώ την Ελληνική γλώσσα και οι σημερινή γενιά να μιλά και να γράφει με λατινικούς χαρακτήρες!
Πόσο πίσω έχω μείνει!
Εγώ να ριγώ στη θέα και μόνο της Ελληνικής σημαίας και οι σύγχρονοι Έλληνες να την παραδίδουν σε αλλοδαπούς που δεν έχουν αποκτήσει την Ελληνική ιθαγένεια!
Πόσο πίσω έχω μείνει!
Να λατρεύω την Ελληνική Παιδεία και το πολιτικό σύστημα σήμερα, να βιάζει κυριολεκτικά, την Ελληνική Παιδεία.
Πόσο πίσω έχω μείνει…
Άραγε τι έφταιξε και δεν προχώρησα κι εγώ μαζί με όλους τους άλλους στον νέο τρόπο ζωής, γιατί δεν μπόρεσα να δεχθώ τις νέες αξίες;
Πράγματι έχω μείνει πολύ πίσω. Είμαι όμως περήφανος γιατί δεν πρόδωσα την Ελλάδα ΜΟΥ!

Όταν…




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Όταν βλέπω τις ρυτίδες στο πρόσωπό σου, χιλιάδες ενοχές νιώθω να με βαραίνουν, γιατί εγώ είμαι η αιτία που έγιναν.
Κι όταν μου χαμογελάς γεμάτη αγάπη, αναρωτιέμαι γιατί άραγε ο θεός να είναι τόσο γενναιόδωρος μαζί μου; Γιατί σ' έστειλε δίπλα μου, να φωτίσεις τον δρόμο μου, να γαληνέψεις την ψυχή μου, να μου διδάξεις πώς ζει ο άνθρωπος.
Όταν βλέπω τους γκρίζους κροτάφους σου, τις πρώτες άσπρες νυφάδες στα μαλλιά σου, νιώθω να χάνομαι μέσα στις αμέτρητες πίκρες που σου 'δωσα και δάκρυα μου 'ρχονται στα μάτια. Κι όταν γυρνάς και με κοιτάς μ' αγάπη, οργίζομαι, γιατί ποτέ δεν είχα καταλάβει πως δίπλα μου έχω τη μεγαλύτερη χαρά, την ίδια τη ζωή μου, εσένα.
Όταν θωρώ τα παιδιά μας, το δώρο που μου έδωσες, δεν βρίσκω τίποτα που μπορώ κι εγώ να σου προσφέρω, εκτός από την ταπεινή μου αγάπη. Και νιώθω ασήμαντος, φτωχός μα συνάμα πολύ τυχερός που είσαι η γυναίκα μου. Η γυναίκα που μ' έκανε πατέρα, η μητέρα των παιδιών μου.
Όταν είμαι στο σπίτι μας, νιώθω τη στοργή σου σε κάθε γωνιά, σε κάθε σημείο. Η τρυφεράδα σου με τυλίγει, η φωνή σου μου διώχνει την κούραση. Κι εγώ ο ανόητος φωνάζω, για να δείξω πως είμαι ο δυνατός, ο ισχυρός, ο αφέντης. Όμως αλήθεια, εσύ είσαι αυτή που νικάς κάθε ημέρα και κάθε ώρα. Νικάς το ΕΓΩ, αυτόν τον μεγάλο εχθρό που εγώ δεν τολμώ να τα βάλω μαζί του.
Όταν ακούω τραγούδια αγάπης, νιώθω να φτερουγά η καρδιά μου. Απέραντο συναίσθημα που γεμίζει και την πιο άδεια καρδιά. Μα εκείνη τη στιγμή που απαλά μου πιάνεις το χέρι, καταριέμαι τον εαυτό μου που δεν μπορεί να πει τέτοια λόγια, που δεν μπορεί να τραγουδήσει τόσο γλυκά.
Όταν βλέπω το πόση φροντίδα, πόση αγάπη δείχνουν τα πουλιά στο ταίρι τους, στεναχωριέμαι που εγώ δεν ήμουν δίπλα σου όλες τις δύσκολες στιγμές που πέρασες, στην εγκυμοσύνη, στη γέννα, στη λοχεία.
Κι αναρωτιέμαι τι φταίει άραγε κι εμείς οι άνθρωποι δεν αγαπάμε όπως πρέπει, όπως αξίζει, ο ένας τον άλλον; Τι φταίει και δεν κάνουμε βασίλισσα τη γυναίκα μας στο φτωχικό μας παλάτι;
Όλα αυτά και πολλά άλλα με βασανίζουν κάθε φορά που την πόρτα της καρδιάς μου χτυπούν λόγια πικρά, λόγια φαρμακωμένα, λόγια από εκείνους που πληγώθηκαν από το σύντροφό τους.
Κι αισθάνομαι αδύναμος να συμβουλεύσω, να παρηγορήσω, γιατί εγώ είμαι ο πιο ένοχος, ο πιο άδικος απ' όλους τους σκληρούς, τους άπονους.
Σε κάθε παράπονο, σε κάθε δάκρυ που σαν εξομολόγηση ξένοι και φίλοι μου λένε, αναγνωρίζω τη φωνή σου.
Δεν αναγνωρίζω όμως τα λόγια σου, γιατί εσύ ποτέ δεν μου παραπονιέσαι. Η ματιά σου γεμάτη ελπίδα υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο, χωρίς σύννεφα, δίχως στεναχώριες. Και συλλογιέμαι πώς άραγε τον τρόπο μου μπορώ ν' αλλάξω, τα λόγια μου να κάνω πιο γλυκά, πιο ζεστά. Μα όσες φορές υπόσχεση έδωσα στον εαυτό μου δεν το κατάφερα. Μ' αξίζεις να προσπαθήσω ξανά, να σου χαρίσω όλα αυτά που σου στέρησα, να δικαιώσω τις θυσίες σου για τα παιδιά μας κι εμένα. Αξίζει μπροστά από όλα να βάλω εσένα γιατί είσαι η γυναίκα μου, η μητέρα των παιδιών μου, αυτή που μου χάρισε την καρδιά της...

Μεγάλη Εβδομάδα: Μάθημα για τον άνθρωπο



 
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Οι ημέρες που έρχονται είναι για τον κάθε άνθρωπο σελίδες μέσα από τις οποίες μπορεί να αντλήσει πλήθος συμπερασμάτων τόσο για τον τρόπο που πρέπει να ζει, να συμπεριφέρεται, όσο και για τις αντιδράσεις των κενόδοξων και της μάζας.
Από την Κυριακή των Βαΐων παρακολουθεί κανείς τον Χριστό να εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ και το πλήθος να τον υποδέχεται φωνάζοντας «ωσαννά».
Κι Αυτός, πάνω στο γαϊδουράκι, δείχνει με την ταπεινότητά Του, ότι οι τίτλοι, τα αξιώματα, τα γαλόνια, είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα που απέχουν πολύ από τις θεϊκές επιθυμίες. Τα διακριτικά γνωρίσματα έχουν σχέση με την εξουσία που ασκούν οι λίγοι στους πολλούς, με τη δυνατότητα που έχουν ορισμένοι ν’ αποφασίζουν για τις τύχες των λαών, για την ευχέρεια που έχουν κάποιοι να επιβάλουν την θέλησή τους με την βία, τα όπλα.
Η εμφάνιση του Ιησού πάνω στο συμπαθητικό τετράποδο μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι. Σίγουρα θα υπήρχε η δυνατότητα να Του χορηγηθεί ένα άλογο ή μια άμαξα αφού αρκετοί επιφανείς άνδρες της περιοχής είχαν ταχθεί με το μέρος Του, είχαν αποδεχθεί τους λόγους Του. Όμως Εκείνος προτίμησε το πλέον κατώτερο των τετραπόδων που χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά ανθρώπων, το γαϊδουράκι, θέλοντας ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να μας δείξει πως η αληθινή λαμπρότητα, το μεγαλείο, δεν βρίσκεται μέσα στα μετάξια και στα χρυσαφικά, στις φανταχτερές στολές και την εντυπωσιακή παρουσία, αλλά στο μεγαλείο της ψυχής, στη δύναμη του Λόγου της Αλήθειας, της Αγάπης.
Η ακτινοβολία του ενάρετου είναι πιο μεγάλη, πιο εκθαμβωτική, πιο επιβλητική από του αξιωματούχου εκείνου που κρύβει μέσα από την λαμπερή στολή του μια ψυχή γεμάτη κακία, φιλοδοξία, απληστία.
Οι εκδηλώσεις του όχλου είναι χαρακτηριστικές. Αποθεώνουν τον Ιησού, τον υποδέχονται με μεγάλες τιμές. Κι αυτός ο όχλος, αυτοί οι άνθρωποι, μέσα σε λίγες ημέρες, παρασυρμένοι από τους Γραμματείς και Φαρισαίους, θα φωνάζουν «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν»!
Έλλειψη κρίσης; Έλλειψη λογικής; Ένα είναι σίγουρο. Ότι ακόμη και σήμερα ο όχλος έχει την ίδια συμπεριφορά, τον ίδιο παρορμητισμό. Παράδειγμα οι φίλαθλοι των ομάδων που τη μία στιγμή αποθεώνον τους αθλητές και τους προπονητές και την άλλη στιγμή τους βρίζουν, τους προπηλακίζουν, απαιτούν «την κεφαλή τους επί πίνακι».
Αυτός που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στον άνοο και άβουλο όχλο, τον όχλο που άγεται και φέρεται από τους επιτήδειους λαοπλάνους, θα πρέπει να γνωρίζει πως θα καταπνιγεί η λογική και η ηθική του, ενώ αντίθετα, θα αφυπνιστούν τα ένστικτα και οι ορμές του σε τέτοιο σημείο που αρκετές φορές θα κάνει πράξεις καταδικαστέες, πράξεις που βλέποντάς τες αργότερα θα μετανοεί αλλά θα είναι αργά για να επανορθώσει.
Η δίκη του Ιησού μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως ο ενάρετος δεν κινδυνεύει από τους κακούς ή από τον αγριεμένο όχλο, αλλά από τον ευθυνόφοβο δικαστή, από τον πολιτικάντη που θυσιάζει τον δίκαιο προκειμένου να μην δυσαρεστήσει τους πολλούς. Διαπραγματεύεται με τους παράγοντες της κοινωνίας και την μάζα, την απελευθέρωση ενός κακούργου με την θανάτωση ενός αθώου. Δεν έχει το ψυχικό σθένος, το ηθικό ανάστημα, να πάρει και να επιβάλλει την απόφαση αυτή που του υπαγορεύει η λογική του αλλά και η καρδιά του.
Το «νίπτω τας χείρας μου» είναι η επιβεβαίωση της ευθυνοφοβίας, η έλλειψη ανδρισμού και γενναιότητας. Πόσες φορές αλήθεια δεν έχει επαναληφθεί αυτή η πράξη;
Ο Γολγοθάς είναι ενδεικτικός της μεγάλης δυσκολίας που έχει ο άνθρωπος να βιώσει, ν’ ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξε ο Ιησούς. Η δε Σταύρωση φανερώνει την δυσκολία της θυσίας για τους άλλους αλλά και της Συγνώμης.
Γνώριζε ο Χριστός το οδυνηρό τέλος Του, τον προορισμό Του. Γι’ αυτό σαν άνθρωπος ζήτησε από τον πατέρα Του να άρει την απόφασή Του, να γλιτώσει από το μαρτύριο. «Απελθέτω από εμού το ποτήριον  τούτο».
Όμως, αμέσως μετά ζητώντας συγχώρεση γι’ αυτή την τόσο ανθρώπινη στιγμή του, λέει: «Γεννηθήτω το θέλημά Σου».
Συγκλονιστική στιγμή που φανερώνει στον κάθε πιστό πως η θέση πάνω στο σταυρό δεν ανήκει στον άνθρωπο αλλά στον Θεάνθρωπο. Γι’ αυτό κι εμείς, θα παραμείνουμε άνθρωποι όσο θα δειλιάζουμε ν’ ανεβούμε πάνω στο σταυρό που κουβαλάμε. Για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις ανθρώπινες αδυναμίες, για να φθάσουμε στο «κατ’ εικόνα κι ομοίωσιν» θα πρέπει να πιστέψουμε σ’ αυτόν και να πούμε ταπεινά «Γεννηθήτω το θέλημά Σου». Θα πρέπει τόσο κατά την διάρκεια που θ’ ανεβαίνουμε τον Γολγοθά, όσο και πάνω στο σταυρό, να ζητάμε από τον πατέρα μας να συγχωρέσει όλους αυτούς που παρασυρμένοι από τα πάθη τους μας κατατρέχουν. «Πάτερ, άφες αυτοίς, Ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Μόνο έτσι μπαίνει τέλος στην αδικία, στο μίσος, στην κακία. Όταν έχουμε τη δύναμη να δικαιολογούμε, να αντέχουμε, να συγχωρούμε. Η προσπάθειά μας ν’ ανταποδώσουμε, τα δηλητηριώδη βέλη, τις ανήθικες επιθέσεις, μόνο σ’ έναν διαρκή πόλεμο οδηγεί. Σ’ έναν πόλεμο, με οδυνηρές πολλές φορές συνέπειες, με απώλεια της ψυχής.
Φθάνοντας τέλος, στην Κυριακή του Πάσχα, αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε στην αρχή, ότι γίνεται ένα νέο ξεκίνημα.
Η Ανάστασή Του φανερώνει τον μεγάλο προορισμό του ανθρώπου αλλά και την ελευθερία του να επιλέξει ανάμεσα στο Φως και το Σκοτάδι.
Η απάντηση του Χριστού στον ληστή που πίστεψε την τελευταία στιγμή, πάνω στο σταυρό, ότι είναι Υιός Θεού, μας δείχνει τις δύο πύλες, τα δύο περάσματα του ανθρώπου μετά τον θάνατο.
«Αμήν λέγω σοι σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής του ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να κερδίσει την Βασιλεία των ουρανών. Αρκεί να πιστέψει αληθινά σ’ Εκείνον.
Αν ανοίξει την καρδιά του σ’ Αυτόν, τότε είναι βέβαιο ότι θα δεχθεί το Φως Του, θα έχει μια θέση δίπλα Του.
Η διδαχή της Μεγάλης Εβδομάδας και το ελπιδοφόρο μήνυμα της Ανάστασής Του, είθε να μας οδηγούν πάντα.

Ανεβαίνοντας τον Γολγοθά…



 
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Ανεξήγητο; Ανερμήνευτο; Αδιανόητο;
Ότι και να υποστηρίξει κάποιος που δεν πιστεύει στην Θεότητα του Χριστού, δεν μπορεί να μην παραδεχθεί ότι υπήρξε σαν ιστορική φυσιογνωμία, ότι πολλά, από όσα περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη, είναι αληθινά, αφού βεβαιώνονται από ιστορικά ευρήματα.
Το βέβαιο επομένως είναι, πως ο Χριστός υπήρξε. Υπήρξε και η ζωή Του ήταν όπως περιγράφεται. Δηλαδή κήρυττε τον Λόγο της Αγάπης, είχε πολλούς που πίστευαν σ’ Αυτόν, συγκρούστηκε με το Ιερατείο των Εβραίων (πολύ ενδιαφέρον κι άξιο έρευνας από κάθε πιστό ή άπιστο), συγκρούστηκε με οικονομικά συμφέροντα (πέταξε έξω από τον Ναό τους εμπόρους) και το σημαντικότερο, συγχωρούσε και τους πλέον αμαρτωλούς, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία, να αλλάξουν τρόπο ζωής και σκέψης, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Αυτή την προσωπικότητα, του οποίου οι Λόγοι ακόμα και σήμερα αποτελούν οδηγό για εκατομμύρια ανθρώπους πάνω στη γη, η εξουσία προσπάθησε να την εξοντώσει, να την θανατώσει. Όμως απέτυχε…
Η εξαγορά του Ιούδα με τριάκοντα αργύρια από τους Αρχιερείς, ακόμη και σήμερα είναι επίκαιρη.
Πόσοι σαν τον Ιούδα κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Πόσοι είναι έτοιμοι να πουλήσουν ιδέες και ιδανικά για λίγα αργύρια; Αλλά και πόσοι από αυτούς έχουν την δύναμη, κυνηγημένοι από τις ερινύες, να πάνε να κρεμαστούν;
Άνθρωποι, που κρατάνε στα χέρια τους τις ζωές, τις ελπίδες, τα όνειρα εκατομμυρίων ανθρώπων, αποδεικνύονται χειρότεροι του Ιούδα. Και είναι χειρότεροι γιατί την προδοσία την λένε «καθήκον». Είναι χειρότεροι γιατί κάθε φορά που προδίδουν όλους όσους έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους πάνω τους, γίνονται και πιο θρασείς, πιο χυδαίοι, πιο αυταρχικοί. Γίνονται το χειρότερο είδος ανθρώπων, γίνονται Τύραννοι!
Ο Χριστός δέχθηκε με καρτερικότητα τις προσβολές, τον εξευτελισμό, το μαστίγωμα μπροστά στον Πιλάτο.
Ο όχλος μέσα σε λίγες ώρες, από εκεί που υποδέχθηκε τον Χριστό με βάγια, σαν Μεσσία, στο ερώτημα του Πιλάτου ποιον να ελευθερώσει, τον Χριστό ή τον ληστή Βαραββά, φώναζε «Βαραββά». Τι μεσολάβησε κι άλλαξαν γνώμη τόσο γρήγορα;
Ο Πιλάτος αρκέστηκε στην ιστορική φράση «νίπτω τας χείρας μου» αντί να αποδώσει δικαιοσύνη.
Μα πάνω από όλα, υπάρχει το μίσος των Αρχιερέων που ζητάει την σταύρωση Εκείνου που ήρθε να δώσει ένα άλλο νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Εκείνου που αποκάλυψε πως το Ιερατείο, η εξουσία των Εβραίων, ήταν όχι απλά υποκριτές, αλλά εκμεταλλευτές των ανθρώπων.
Ο δρόμος του Χριστού προς τον Γολγοθά, θυμίζει τον δρόμο πολλών απλών ανθρώπων που αναζητούν την δικαίωση, αναζητούν μια καλύτερη κοινωνία. Είναι αυτοί που σηκώνουν στις πλάτες τους, τον βαρύ σταυρό της σύγκρουσης με τα σύγχρονα Ιερατεία, τα κατεστημένα, πολιτικά και οικονομικά, που καταδυναστεύουν τους λαούς.
Κι όπως ο όχλος φώναζε να ελευθερωθεί ο ληστής Βαραββάς, έτσι και στις ελεγχόμενες δημοκρατίες ψηφίζονται κι εκλέγονται οι σύγχρονοι Βαραββάδες. Οι ληστές…
Τα καρφιά που σταύρωσαν τον Χριστό, την Αλήθεια, με μορφή σταυρού στα ψηφοδέλτια, σταυρώνουν τα όνειρα των πολιτών.
Γιατί τα καρφιά δεν τα έμπηξαν στο σώμα του Χριστού οι Αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Τα έμπηξαν οι απλοί άνθρωποι.
Όμως, και οι στρατιώτες που ήταν εκεί, πάνω στον Γολγοθά, άρπαξαν τα ρούχα του Χριστού και τα έπαιξαν στα ζάρια. Όπως αρπάζουν τις περιουσίες των πωλητών σήμερα, τα σύγχρονα κοράκια, οι υπηρέτες – στρατιώτες της εξουσίας.
Ανεξήγητο; Ανερμήνευτο; Αδιανόητο;
Ο Χριστός ζούσε και ζει ανάμεσά μας. Είναι τόσο κοντά μας, όσο εμείς θέλουμε. Γι’ αυτό απέτυχε το Ιερατείο να τον θανατώσει.
Αυτές τις Άγιες ημέρες, η καρδιά μας θα μας πει αν ο Χριστός είναι ο υιός του Θεού, αν πρέπει να πιστέψουμε σ’ Αυτόν.
Ας μελετήσουμε τις συμπεριφορές της τότε εξουσίας και του όχλου και να τις συγκρίνουμε με όλα όσα γίνονται στις ημέρες μας κι ίσως βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.
Συμπεράσματα που ίσως μας οδηγούν στο «Δεύτε λάβετε Φως»!!!
Και δούμε επιτέλους το Αληθινό Φως!
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Τα δίνουν όλα, ακόμα και την ψυχή τους, προκειμένου να αποκτήσουν ένα αξίωμα, το όποιο αξίωμα, γιατί έτσι νομίζουν, πως θα κερδίσουν τον σεβασμό του κόσμου, πως θα πετύχουν στην επίτευξη ενός μεγάλου, προσωπικού στόχου, πως θα κάνουν τους δικούς τους ανθρώπους, περήφανους για αυτούς.
Κι ασφαλώς διαφέρουν από εκείνους που προσπαθούν να κατακτήσουν αξιώματα για να εξουσιάζουν κοινωνίες, για να εκμεταλλεύονται ανθρώπους, για να κερδίσουν δύναμη και χρήμα.
Είναι δύο κατηγορίες ανθρώπων, που ενώ διεκδικούν αξιώματα, είναι διαφορετικοί σαν χαρακτήρες.
Οι μεν πρώτοι γιατί δέχονται να συμμετέχουν σε πράξεις κακοδιαχείρισης του δημοσίου χρήματος, έστω κι αν δεν βάζουν στην τσέπη τους ούτε ένα ευρώ. Κι είναι επιζήμιοι γιατί οι άλλοι, οι πιο ψηλά, εκείνοι από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμα που δίνεται, βάζουν πολλά, μα πάρα πολλά, στις τσέπες τους. Έτσι, γίνονται συνένοχοι.
Επίσης, συναποφασίζουν με την εξουσία που μοιράζει τα αξιώματα, για το σήμερα και το αύριο της κοινωνίας, για το ποιος θα δουλέψει και ποιος όχι, ποιανού προμηθευτή θα εγκριθεί η προσφορά και ποιανού θα απορριφθεί, ποιος εργολάβος θα αναλάβει την εκτέλεση έργου, για το ποιος είναι «φίλος» και ποιος «εχθρός».
Δέχονται την όποια αδικία, την κάθε παρανομία, μόνο και μόνο για να φορέσουν την στολή με τα γαλόνια, το κουστούμι με το αξίωμα, για να περπατούν σαν φουσκωμένοι διάνοι στα γραφεία της εξουσίας.
Δεν αναρωτιούνται αν αξίζουν αυτή τη θέση, αυτόν τον ρόλο, τους φτάνει που «ο άρχων» τους έδωσε το αξίωμα. Και καμαρώνουν!
Οι δεύτεροι, οι εξουσιαστές, είναι αδίστακτοι, πλεονέκτες, στις φλέβες τους δεν κυλά αίμα. Είναι σαν τα ψυχρόαιμα, γιατί πραγματικά, δεν διαφέρουν από αυτά. Σέρνονται σαν τα φίδια στο χώμα, χτυπούν ύπουλα με την διχαλωτή γλώσσα τους και το δηλητήριό τους είναι πολλές περισσότερες φορές θανατηφόρο.
Και οι δύο αυτές κατηγορίες, είναι το ίδιο επιζήμιες για την κοινωνία, για τους ανθρώπους.
Οι πρώτοι είναι ασπόνδυλοι κι οι δεύτεροι αρπακτικά.
Οι πρώτοι γεννηθήκανε για να υπακούουν στην εξουσία, οι δεύτεροι για να εξουσιάζουν. Και οι δύο πλευρές όμως νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους και προκειμένου να εξουσιάζουν ή να είναι συνδιαχειριστές (ή πιστεύουν πως είναι) της εξουσίας, αδιαφορούν για το αν από τις αποφάσεις ή τις πράξεις τους, αυτοκτονούν άνθρωποι, διαλύονται οικογένειες, καταστρέφονται επιχειρηματίες, απογοητεύουν τη νέα γενιά.
Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…
Ποιος άνθρωπος, ηθικός, ενάρετος, θα μπορούσε να σκεφτεί αυτή τη φράση;
Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…
Ποιος ευσυνείδητος άνθρωπος άραγε θα ποδοπατούσε τις αρχές του μόνο και μόνο για να βρεθεί στους βαμμένους με αίμα θρόνους της εξουσίας;
Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…
Ποιος ακέραιος άνθρωπος, που μεγάλωσε οραματιζόμενος μια κοινωνία δικαίου, θα ξεπουλούσε τις αξίες του μόνο και μόνο για έναν τίτλο, για ένα αξίωμα;
Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…
Ασφαλώς θα γνωρίζετε αρκετούς που πούλησαν την ψυχή τους για ένα αξίωμα. Όλοι αυτοί είναι ανάπηροι ψυχικά. Γιατί το μόνο που αγάπησαν πραγματικά στη ζωή τους είναι ο εαυτός τους και μόνο. Γιατί το αξίωμα το θέλουν γι’ αυτούς, για να ικανοποιήσουν μία επιθυμία τους τόσο μικρή, τόσο ασήμαντη.
Τόσο μικρή κι ασήμαντη επιθυμία, μπροστά στο μεγαλείο να είναι άνθρωπος, να μπορείς ν’ αγαπάς, να συμπονάς και να συμπάσχεις με τον συνάνθρωπο, να συναγωνίζεσαι για μια καλύτερη κοινωνία, να απολαμβάνεις την πρόοδο των νέων, την ευτυχία των άλλων, μια ευτυχία που έχτισε η δική σου γενιά και την απολαμβάνει η νεότερη.
Και την ψυχή μου για ένα αξίωμα…
Άραγε, αξίζει κάτι η ψυχή τους;

Οι Κόλακες κι οι … βρικόλακες!





Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Αποφεύγετε τους κόλακες.
Αυτούς που μεθούν με λόγια γλυκά όσους άρχουν.
Εκείνους που ρίχνουν στάχτη στα μάτια των ισχυρών προκειμένου να κερδίσουν την εύνοιά τους.
Αποφεύγετε όσους ωραιοποιούν γεγονότα και καταστάσεις αποφεύγοντας να πουν την αλήθεια.
Παραδειγματιστείτε βλέποντας τι έπαθαν όσοι πίστεψαν κόλακες που τους  ανύψωναν με τους επαίνους τους. Όταν ήρθε η στιγμή της αλήθειας, η πτώση τους ήταν πολύ οδυνηρή.
Μη χαίρεστε όταν σας επαινούν για ενέργειες που προκάλεσαν δυσαρέσκεια.
Μην εμπιστεύεστε εκείνους τους κόλακες που «αγωνίζονται» να σας κάνουν αγαπητούς στην κοινωνία προβάλλοντας τις αρετές και το έργο σας.
Ο ήλιος δεν έχει ανάγκη από προβολή.
Ανάγκη από τις ακτίνες του ήλιου έχουν οι απλανείς και οι νεκροί αστέρες.
Ο Αντισθένης έλεγε: «Αιρετώτερον εις κόρακας εμπεσείς ή εις κόλακας. Οι μεν γαρ αποθανόντος το σώμα, οι δε ζώντος την ψυχήν λυμαίνους». Δηλαδή, προτιμότερο να πέσεις σε κοράκια, παρά σε κόλακες. Οι κόρακες κατασπαράσσουν το σώμα του νεκρού και οι κόλακες την ψυχή του ζωντανού.
Να είστε ταπεινοί.
Βάλτε χαλινό στην φιλοδοξία σας, στερείστε από τους κόλακες την δυνατότητα να σας παρασύρουν.
Ανοίξτε τα μάτια και τα αυτιά σας κι αφουγκραστείτε το παιδί, την μάνα, τον εργάτη, τον γέροντα.
Ακούστε αυτούς που διαμαρτύρονται, που παραπονιούνται. Κάποιον λόγο θα έχουν.
Αναρωτηθείτε τι φταίει και τα πρόσωπα που σας αγαπούσαν απομακρύνθηκαν από κοντά σας, είναι πικραμένα από την συμπεριφορά σας.
Ελέγξτε αν οι κόλακες που σας περιτριγυρίζουν έγιναν αφορμή να απομακρύνετε τους φίλους σας.
Αναλάβατε τις όποιες ευθύνες σας και με θάρρος και γενναιότητα αντιμετωπίστε τα προβλήματα.
Ο κόσμος αγαπά εκείνον που είναι δίπλα του, αυτόν που συμπαραστέκεται στον πόνο του, εκείνον που είναι κοντά στις χαρές του.
Οι απλοί άνθρωποι θέλουν από τον ηγέτη τους να είναι ενάρετος, να κάνει χρηστή διαχείριση της περιουσίας, να έχει άξιους συνεργάτες.
Μπορεί να μην αποδεχθείτε τα πιο πάνω, αποδεχθείτε τουλάχιστον την σοφία του λαού. 
Κι ο λαός λέει:
- Το να κλείνουμε τα μάτια μας σε εκείνους που μας βρίζουν είναι συχνά γενναιότητα. Το να τα  ανοίγουμε καλά σ’  εκείνους που μας επαινούν είναι πάντοτε φρονιμάδα.

Το Πάσχα του κυρ - Γιώργη




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Κάθισε αποκαμωμένος ο κυρ – Γιώργης.
Τα πόδια του δεν αντέχουν πια να περπατάει ώρες ατέλειωτες, ψάχνοντας να βρει μια γωνιά να ξαποστάσει, ένα κομμάτι ψωμί για να φάει.
Κι όμως. Ο κυρ – Γιώργης ήταν πριν μερικά χρόνια ένας ευκατάστατος κύριος, ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης.
Τα ροζιασμένα χέρια του έβγαλαν από την τσέπη του σακακιού του ένα ματσάκι φωτογραφίες. Αυτές ήταν όλο το βιός του, αυτές ήταν όλη η ζωή του.
Τα κουρασμένα μάτια του δεν έβλεπαν πια καθαρά. Όμως, σαν ένας δικός του ήλιος φωτεινός και ζεστός, έβγαλε τις σκιές από τη ματιά του. Τώρα μπορούσε να δει τις φωτογραφίες.
Να η γλυκειά γυναικούλα του. Το κορίτσι με τα κατάμαυρα μαλλιά που πρωτογνώρισε σε μια φτωχική γειτονιά του Πειραιά, νέος τότε κι αυτός.
Το ζεστό της γέλιο ακόμα αντηχεί στα αυτιά του σαν χαρμόσυνη καμπάνα που στέλνει μηνύματα αισιοδοξίας, ζωής, αγάπης.
Αχ! πόσο τη λάτρεψε! Πόση αγάπη του χάρισε! Και πόσο γρήγορα έφυγε από κοντά του…
-         Μη μου θυμώνεις Γιώργη μου που σ’  αφήνω. Να ξέρεις θα είμαι πάντα κοντά σου, να σου χαϊδεύω τα μαλλιά, να σ’ αγκαλιάζω, να σε παρηγορώ. Δεν θα σ’  αφήσω ποτέ μόνο…
-         Που ‘σαι Ελένη μου τώρα; φώναξε με πόνο ο κυρ – Γιώργης κι ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, χαράζοντας ένα ακόμη αυλάκι στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.
Τα μάτια του σταμάτησαν στη δεύτερη φωτογραφία, της κορούλας του της αγαπημένης.
Στη θύμησή του έρχονται ξέγνοιαστες στιγμές, στιγμές ανείπωτης χαράς, τότε που την πρωτόπιασε στην αγκαλιά του, νεογέννητο μωρό ακόμα.
-         Ίδια η μάνα σου είσαι κορούλα μου! είπε και την φίλησε με αγάπη.
Με τρεμάμενα χέρια φέρνει μπροστά του μια άλλη φωτογραφία. Είναι γιός του, το καμάρι του, ο λεβέντης του.
-         Α! παλικαρά μου, ποιος θα σταθεί μπροστά σου; του έλεγε όταν τον έβλεπε να γυμνάζεται με τα αυτοσχέδια βάρη στην αυλή του σπιτιού.
Να και η τελευταία φωτογραφία, τότε που γιόρτασαν για τελευταία φορά όλοι μαζί την Ανάσταση.
Αγκαλιασμένοι, με τις λαμπάδες στο χέρι, γυρίζανε από την εκκλησιά.
-         Μια φωτογραφία παρακαλώ για να θυμάστε αυτή την ευτυχισμένη στιγμή, τους είπε ο φωτογράφος κι αυτοί χαμογέλασαν στον φακό.
Ήταν η τελευταία φωτογραφία που έβγαλε με τα παιδιά του ο κυρ – Γιώργης.
Λίγες μέρες μετά, σε μια εκδρομή, χάθηκαν τα βλαστάρια του, χάθηκε η ζωή του.
Η είδηση ήταν μαχαιριά στην καρδιά του, τα μαλλιά του άσπρισαν μέσα σ’  ένα βράδυ. Αυτό το κακό ήταν που μαράζωσε και την Ελένη του, την αγαπημένη γυναικούλα του, τον ήλιο της καρδιάς του.
Δεν άντεξε η κυρά – Ελένη στη συμφορά που τους βρήκε κι έφυγε κι αυτή για να πάει να βρει τα παιδιά της εκεί ψηλά.
-         Που ‘σαι Ελένη μου τώρα; φώναξε με πόνο ο κυρ – Γιώργης κι ένα ακόμη καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, χαράζοντας ένα ακόμη αυλάκι στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.
-         Γειά σου παππούλη!
Ποιος τον φωνάζει;
Σκούπισε τα μουσκεμένα μάτια του κι είδε μπροστά του ένα κοριτσάκι. Ίδια η κόρη του, η Αννούλα του!
-         Γεια σου και σένα κοριτσάκι μου, της είπε ο κυρ – Γιώργης με τρεμάμενη φωνή.
-         Τι κάνεις εδώ μοναχούλης παππού, τον ρώτησε το κοριτσάκι. Έλα στην εκκλησιά, σε λίγο ο Χριστούλης θα Αναστηθεί!
-         Πάγαινε εσύ γλυκειά μου στην Ανάσταση, εγώ δεν έχω δύναμη να πάω στην εκκλησιά. Ούτε λίγα λεπτά δεν έχω για να Του ανάψω ένα κεράκι για να με συγχωρέσει για τα λάθη μου, της είπε ο κυρ – Γιώργης.
-         Να! Πάρε τα δικά μου λεπτά. Εμένα ο μπαμπάς μου θα μου πάρει λαμπάδα, είπε το κοριτσάκι και του έβαλε λίγα κέρματα στη χούφτα του.
Είδε την σκιά της να ξεμακραίνει.
Πόσο του θύμιζε την Αννούλα του!
Μα να! Κι άλλοι έρχονται! Κι άλλοι πάνε στην εκκλησιά! Είναι μια γυναίκα με δύο παιδιά. Πίσω τους ένας άνδρας, παράξενα ντυμένος, αλλά τόσο γλυκός, τόσο ήρεμος.
-         Σου είπα Γιώργο πως δεν θα σ’  αφήσω ποτέ μόνο, άκουσε να του λέει μια γνώριμη φωνή. Έλα μαζί μας!
-         Ένα ασθενοφόρο γρήγορα! Φώναξε ένας περαστικός έντρομος βλέποντας μπροστά του έναν πεσμένο άνθρωπο.
-         Κάντε στην άκρη, είμαι γιατρός! Είπε ένας άλλος κι έσκυψε πάνω του.
-         Είναι νεκρός, είπε με θλίψη.
Ο γιατρός κοίταξε με προσοχή το άψυχο σώμα. Πόσο ευτυχισμένο έδειχνε το πρόσωπό του αν και φαινότανε τόσο ταλαιπωρημένος!
Πρόσεξε πως στα χέρια του κάτι κρατούσε. Άνοιξε το ένα χέρι του κι είδε λίγες παλιές, ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Στο άλλο είχε λίγα κέρματα. Τα είχε για να ανάψει το δικό του κερί. Ήταν για το κερί της Ανάστασης του κυρ - Γιώργη…

Ανάσταση για όλους




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Μεγάλη Εβδομάδα κι όλοι οι Χριστιανοί παρακολουθούν το Θείο Δράμα.
Πένθιμα χτυπούν οι καμπάνες, πένθιμος ο στολισμός στην εκκλησία, βαριά η καρδιά μας.
Μύριες σκέψεις περνούν από το μυαλό μας αυτές τις ώρες. Συγκρίνουμε την μεγαλοσύνη του Θεού με την ανθρώπινη μικρότητα, κοιτάμε πίσω μας και διακρίνουμε χιλιάδες λάθη μας που μας ακολουθούν γιατί ακόμα τα επαναλαμβάνουμε.
Ενοχές νοιώθουμε για την συμπεριφορά μας, τα σφάλματα βαραίνουν την ψυχή μας και σαν τον ληστή που μετάνιωσε πάνω στον σταυρό, ζητάμε κι εμείς από τον Χριστό, την ύστατη τούτη στιγμή, να μας συγχωρέσει. Να μας συγχωρέσει για να μπορέσουμε, απελευθερωμένοι από τις αμαρτίες μας, να γιορτάσουμε την Ανάσταση. Μια Ανάσταση που θα σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, γεμάτη Ειρήνη, χωρίς βία, χωρίς πολέμους. Μια Ανάσταση που η Αγάπη για τον πλησίον, για την μάνα, την γυναίκα, το παιδί, τον άντρα, θα είναι μεγάλη, αμέτρητη. Μια Ανάσταση που θα γίνει η αφετηρία να μονιάσουμε, να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας, να συνεργαστούμε για την υγιή ανάπτυξη της κοινωνίας, για την πρόοδο και την ασφάλεια των παιδιών μας.
Για να το πετύχουμε όμως αυτό, θα πρέπει, πρώτα από όλα, να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, να διορθώσουμε τις αδικίες που κάναμε, να ζητήσουμε συγνώμη από εκείνους που βλάψαμε.
Για να γιορτάσει κάποιος την Ανάσταση, σε όλο της το μεγαλείο, με όλη της την λαμπρότητα και να βιώσει το νόημά της, θα πρέπει προηγουμένως να περάσει από την δοκιμασία της ταπείνωσης.
Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του, δείχνοντάς τους ότι, μεγάλος και τρανός δεν είναι αυτός που δίνει διαταγές, αυτός που έχει γαλόνια και τίτλους.
Μεγάλος, σπουδαίος, Άνθρωπος, είναι αυτός που γίνεται υπηρέτης των άλλων, η γέφυρα για να περάσει ο συνάνθρωπος από τον χαμό στον Παράδεισο, από την δυστυχία στην Ευτυχία.
Μπορούμε σήμερα να γίνουμε κι εμείς το ίδιο ταπεινοί;
Μπορούμε να πλύνουμε με ευχαρίστηση τα πόδια του άντρα, της γυναίκας, του πατέρα, της μάνας, χωρίς να βαρυγκωμάμε;
Μπορούμε να υπομένουμε καρτερικά τις βρισιές, τις κοροϊδίες, τις προσβολές από τους άλλους λέγοντας: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»;
Πάνω από τον σταυρό του μαρτυρίου, μας έδειξε την μεγάλη αλλά και τόσο δύσκολη οδό που οδηγεί κοντά Του, στην αιωνιότητα, στην σωτηρία.
Οι βαριές αλυσίδες της απόλαυσης και της ηδονής, μας κρατούν δέσμιους στην γη, αιχμάλωτους της σάρκας, μέσα στην σάρκα μας.
Ανάσταση για όλους…
Κάθε χριστιανός, περιμένει μαζί με την Ανάσταση του Κυρίου και την δική του Ανάσταση. Την Ανάσταση εκείνη που θα τον τραβήξει από τις λύπες, τα προβλήματα, την αρρώστια, την απόγνωση. Προσμένει την ώρα που θα ακουστεί το «Χριστός Ανέστη» για να γυρίσει να φιλήσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του.
Είναι έτοιμος να κάνει την υπέρβαση και να περάσει στον λιτό αλλά και τόσο πλούσιο κόσμο της Αγάπης.
Η φλόγα της λαμπάδας, του δημιουργεί μια ανεξήγητη ζεστασιά μέσα του, μια σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά.
Αυτή τη στιγμή πρέπει να κρατήσουμε ζωντανή μέσα μας, με την ίδια φροντίδα, με την ίδια προσοχή που δείχνουμε για να μην σβήσει το Άγιο Φως μέχρι να φτάσουμε στο σπιτικό μας για να «χαράξουμε» τον σταυρό στην πόρτα, για να ανάψουμε το καντήλι.
Η καμπάνα χτυπά…
Ανάσταση για όλους λοιπόν!
Για φτωχούς και πλούσιους!
Για τρανούς και ταπεινούς!
Ανάσταση για εκείνους που ζητούν την δική τους Ανάσταση…

Η δύναμη της Πίστης…




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Έρχονται στιγμές που χάνω την πίστη μου κι άλλες που νιώθω πολύ δυνατή, είπε σε μια συζήτηση για θέματα πίστης, μια γυναίκα.
Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν χάνει την πίστη του ποτέ, της ανταπάντησε κάποια άλλη.
Βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση. Έβλεπα από τη μια την αγωνία, τον πόνο μιας πιστής χριστιανής κι από την άλλη μια γυναίκα που πίστευε ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να κλονίσει την πίστη της.
Έρχονται στιγμές, απάντησα που όλοι οι άνθρωποι κάτω από ορισμένες συνθήκες από εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες, νιώθουν την πίστη τους να κλονίζεται. Φθάνουν δε, σε στιγμές μεγάλης πικρίας, ν' αμφισβητούν την ύπαρξη του Θεού. Όμως αν διαβάσουμε την Αγία Γραφή, θα δούμε ότι αυτό το φαινόμενο δεν είναι ούτε της εποχής, αλλά ούτε και μοναδικό.
Ο Απόστολος Πέτρος, η πέτρα πάνω στην οποία έκτισε ο Χριστός μας την Εκκλησία Του, τον απαρνήθηκε τρεις φορές στην κήπο των Ελαιών παρότι μόλις πριν λίγο ορκιζότανε για την πίστη του. Λύγισε κι αυτός κάτω από το βάρος των ανθρωπίνων πιέσεων και η ψυχή του αγύμναστη ακόμα δείλιασε μπροστά στον κίνδυνο. Κι όμως, ο Πέτρος, αυτός που απαρνήθηκε τον διδάσκαλό του, έγινε ο πιο θερμός, ο πιο ακάματος, ο πιο δυνατός φωτοδότης του Χριστιανισμού και οι ακτίνες του έφθασαν σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.
Έτσι κι εμείς, οι απλοί άνθρωποι, φυσικό είναι, αγύμναστοι καθώς είμαστε στην Χριστιανική πίστη, στον Χριστιανικό τρόπο ζωής και σκέψης, να λυγίζουμε πολλές φορές κάτω από το βάρος των προβλημάτων ή των εκθαμβωτικών ηδονιστικών απολαύσεων. Όμως βρίσκουμε το κουράγιο να σηκώνουμε ξανά το κορμί μας και παίρνοντας δύναμη από την μετάνοια, με εδραιωμένη την πίστη μας, να συνεχίζουμε τον δρόμο μας, ποθώντας να φθάσουμε στην τελείωση.
Δεν γνωρίζω αν η απάντηση που έδωσα ικανοποίησε όσους την άκουσαν ακόμα – ακόμα και τη γυναίκα που έκανε την ερώτηση. Το θέμα της πίστης πολύ λίγες φορές τίθεται προς συζήτηση. Ενώ γίνονται πολλές ομιλίες με θέματα δογματικής συμπεριφοράς, ερμηνείας, λείπει η ομιλία για την αληθινή πίστη. Για τον συνεχή αγώνα, για την αδιάκοπη αναζήτησή Του.
Η διαδρομή του Χριστιανού προς την τελείωση, την συνάντησή του με τον Θεό, μοιάζει με τη διαδρομή ενός τρένου.
Το τρένο είναι η χριστιανική διδασκαλία κι οι ράγες πάνω στις οποίες κινείται είναι οι ηθικοί κανόνες και τα κείμενα των Πατέρων. Επιβάτες είναι όλοι όσοι δέχονται ν' ακολουθήσουν το Χριστό. Η αφετηρία είναι το βάπτισμα. Αυτό που εξαγνίζει το σώμα και δίνει την θεία φώτιση. Η διαδρομή που ακολουθεί το τρένο είναι η κατήχηση του χριστιανού κι οι σταθμοί που συναντά είναι τα διάφορα στάδια. Πολλοί εγκαταλείπουν το τρένο στον πρώτο κιόλας σταθμό πιστεύοντας ότι αυτός είναι και το τέρμα, ο τόπος προορισμού. Δεν συνεχίζουν το ταξίδι είτε γιατί δεν θέλουν να χάσουν αυτά που βρήκαν στο σταθμό θεωρώντας τα πολύ σπουδαία είτε γιατί δεν αντέχουν άλλο στη δοκιμασία του ταξιδιού. Αρκετοί κατεβαίνουν στους ενδιάμεσους σταθμούς απογοητευμένοι γι' αυτά που βρίσκουν. Μερικοί μάλιστα κατεβαίνουν έναν μόλις σταθμό πριν από το τέρμα. Εμείς άραγε σε ποιον σταθμό έχουμε κατέβει; Έχουμε τη δύναμη αλλά και την επιθυμία να συνεχίσουμε το ταξίδι;
Αυτή είναι η πίστη του κάθε ανθρώπου. Ένα ταξίδι με όχημα τη θρησκεία του και που η δύναμή τους φαίνεται με το σταμάτημα σε κάποιον σταθμό ή τη συνεχή διάρκεια του ταξιδιού. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι σταθμοί μπορεί να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις, να εντυπωσιάζουν με τα πρωτόγνωρα πράγματα που μας δείχνουν, όμως το μόνο που μας δίνουν είναι μερική γνώση, ελλιπή περιγραφή της αλήθειας, μ' αποτέλεσμα η κρίση μας να μην είναι σωστή. Έτσι εύκολα παρασύρονται πολλοί χριστιανοί από αιρέσεις. Η ημιμάθειά τους σε θέματα διδασκαλίας αλλά και η αδύναμη ψυχή τους, τους οδηγούν σε δρόμους που είναι φανταχτεροί, κρύβουν όμως κινδύνους. Κι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η απομάκρυνσή τους από το Φως της Αλήθειας.
Πολλοί άνθρωποι αναζητούν το όχημα, τους σταθμούς, το τέρμα. Διαλέγουν όμως λάθος οδηγό. Όλα τα τρένα μοιάζουν, οι οδηγοί όμως διαφέρουν σε γνώσεις και ικανότητες. Οι διαδρομές που μερικά τρένα ακολουθούν είναι αντίθετες ή πιο δαιδαλώδεις από τα άλλα. Χρειάζεται επομένως μεγάλη προσοχή σε ποιο όχημα θα επιβιβασθούμε ποια διαδρομή ακολουθεί και ποιον οδηγό έχει. Ο Δημιουργός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να επιλέξει μόνος του το καλό και το κακό. Ελεύθεροι είμαστε στις επιλογές μας μα και υπεύθυνοι γι' αυτές.
Ας σκεφθούμε ξανά την διαδρομή που έχουμε κάνει. Ας κοιτάξουμε τον οδηγό, το όχημα, το πού πηγαίνουμε κι ας βρούμε τη δύναμη ν’ ακολουθήσουμε τον ένα Οδηγό που θα μας μεταφέρει στη γη της Επαγγελίας Του. Υπάρχει πάντα καιρός για ένα ξεκίνημα «νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν καιρός σωτηρίας» Απ. Παύλος.

Χριστό ή Βαραββά;




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Τα μηνύματα που μας δίνει η Εβδομάδα των Παθών είναι πολλά και χρήσιμα.
Πρέπει πάντα να θυμόμαστε τις μωρές παρθένες που αποκοιμήθηκαν περιμένοντας τον Νυμφίο, χάνοντας έτσι την ευκαιρία, να τον υποδεχθούν.
Πρέπει να μην λησμονούμε, πως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι θέλησαν κι οργάνωσαν την θανάτωση του Χριστού, όχι μόνο γιατί ο κόσμος έτρεχε κοντά του για να ακούσει από τα χείλη του τον Θείο Λόγο, τον λόγο της Αγάπης, αλλά και γιατί ο Ιησούς καυτηρίαζε την υποκρισία και την κακία τους.
Πρέπει να στεκόμαστε στο φιλί του Ιούδα αλλά και στην μετάνοιά του.
Πρέπει να καταλάβουμε την δειλία των μαθητών του.
Πρέπει να κατανοήσουμε την μεταστροφή του όχλου.
Πρέπει τέλος να νοιώσουμε την μικρότητά μας μπροστά στον Θεάνθρωπο, μπροστά στην Θυσία Του, στην Ανάστασή Του.
Μωρές παρθένες υπάρχουν και στις ημέρες μας. Είναι εκείνες που εύκολα ξεχνούν την αποστολή τους, εύκολα αποσπάται η προσοχή τους από το σημαντικό στο ασήμαντο, από το σπουδαίο στο μικρό.
Είναι εκείνοι που δεν μπορούν να περιμένουν, εκείνοι που δεν έχουν την λαχτάρα να υποδεχθούν Αυτόν που θα δώσει την λύση στα προβλήματά τους, Αυτόν που θα τους χαρίσει την γαλήνη, την Αγάπη, την αιώνια ευτυχία.
Γραμματείς και Φαρισαίοι υπάρχουν καθημερινά δίπλα μας. Υποκριτές, φίδια που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να σε δαγκώσουν, να δηλητηριάσουν με το φαρμάκι τους την ζωή σου και την ζωή των δικών σου. Φαρμάκι που χύνουν στην κοινωνία, για να σε διαβάλουν, για να σε σπιλώσουν. Ότι και να κάνουν όμως, αυτοί παραμένουν ερπετά, καταδικασμένα να σέρνονται στο χώμα, κι οι ενάρετοι, οι τίμιοι, οι ειλικρινείς, παραμένουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ που βαδίζουν στον δρόμο της Αρετής.
Το φιλί του Ιούδα έχει την δική του πικρόγλυκη γεύση. Πικρή, γιατί ένας δικός μας άνθρωπος, που τον εμπιστευθήκαμε, μας πρόδωσε. Περιέχει όμως και μια γλυκύτητα γιατί μέσα από αυτήν την προδοσία ανακαλύπτουμε τις αδυναμίες των άλλων που εύκολα μεταβάλλονται από φίλοι σε αντιπάλους. Η μετάνοιά τους, η αναγνώριση του λάθους, είναι δεκτή από κάθε ώριμο άνθρωπο.
Δειλοί μαθητές υπάρχουν σε όλες τις ομάδες. Όταν ο αρχηγός δέχεται επιθέσεις από τους αντιπάλους, όταν τα βέλη κτυπούν τον ηγέτη για να τον εξοντώσουν, οι μαθητές, οι συνεργάτες, κρύβονται, αποτραβιόνται και δηλώνουν πως καμία σχέση δεν είχαν αυτοί με τις πράξεις του αρχηγού. Ο αρχηγός αποφάσιζε, ο αρχηγός και μόνον αυτός έφταιγε. Χριστό ή Βαραββά; Βαραββά απάντησε ο όχλος στέλνοντας στον Σταυρό εκείνον που μόλις λίγες ημέρες πριν υμνούσε. Μεταβάλλεται ακόμη και σήμερα πολύ εύκολα η κοινή γνώμη αποδεικνύοντας έτσι ότι ο όχλος εύκολα άγεται και φέρεται από τους επιτήδειους. Αν γυρίσουμε τη μνήμη μας στο παρελθόν, θα το διαπιστώσουμε.
Γιορτάζουμε την Ανάσταση.
Αν και περάσανε αιώνες από εκείνη την ημέρα, αλήθεια, πόσο ίδιοι είμαστε με όλους εκείνους που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο ή ήταν κομπάρσοι στο Θείο Δράμα;
Ας κατανοήσουμε το μήνυμα της Ανάστασης κι ας επανεξετάσουμε τον τρόπο ζωής μας.
Ίσως, ανακαλύψουμε λάθη κι αδυναμίες που δεν είχαμε προσέξει.
Ίσως, κοιτώντας μέσα μας, βρούμε τα δικά μας Πάθη, ανεβούμε συνειδητά τον Γολγοθά μας.
Τότε θα γιορτάσουμε την αληθινή , την δική μας Ανάσταση…

Συκοφάντες…




Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Συκοφάντες. Το πιο επικίνδυνο είδος ανθρώπων. Φαρμακερά φίδια που όπου χύνουν το δηλητήριό τους γίνονται αιτία δεινών, δυστυχίας, προστριβών.
Συκοφάντες. Αρρωστημένο είδος ανθρώπων που χαίρεται όταν με τις ψευδείς κατηγορίες που εκτοξεύει, κάποιος καταστρέφεται.
Συκοφάντες. Το πιο αξιολύπητο είδος ανθρώπων που δύσκολα θα νιώσει το συναίσθημα της αγάπης, της φιλίας, της ταπείνωσης.
Αναρίθμητοι είναι οι συκοφάντες μέσα στις σελίδες της ιστορίας.
Πρώτο και καλύτερο το φίδι, ο όφις της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτός που παραπλάνησε τους πρωτόπλαστους κατηγορώντας τον Θεό.
Κίνητρο γι' αυτή την ενέργεια η δυσφήμιση του Θεού κι η επανάσταση του δημιουργήματος κατά του Δημιουργού.
Όφελος για το φίδι, η ικανοποίηση που ένιωσε βλέποντας να διαταράσσεται η αρμονική σχέση Θεού και ανθρώπου.
Τιμωρία τόσο για τον συκοφάντη, όσο και γι' αυτούς που πίστεψαν στις ψευδείς κατηγορίες, η εξορία τους από τον Παράδεισο.
Ο Ρασπούτιν κι ο Μακιαβέλι είναι δύο χαρακτηριστικές μορφές της Ιστορίας και κατέχουν την πρώτη θέση στις δολοπλοκίες και τις μηχανορραφίες.
Φίδια, Ρασπούτιν και Μακιαβέλι, συναντάμε και σήμερα ανάμεσά μας.
Γιατί σπάνια συκοφάντης ασχολείται με άτομα τα οποία δεν γνωρίζει εκτός κι αν αυτά είναι δημόσια πρόσωπα.
Κύρια αιτία που γίνεται κάποιος συκοφάντης είναι ο φθόνος.
Ο φθόνος υπάρχει φωλιασμένος στην ψυχή του εγωιστή και γίνεται σαράκι που τον κατατρώει όταν βλέπει κάποιον γνωστό ή συνεργάτη, να ανεβαίνει ψηλότερα, να μην του δίνει τη σημασία που αυτός θέλει, να γίνεται σκιά στο φως του ικανού. Και τότε ο φθόνος ξεχειλίζει την ψυχή, γίνεται χολή και με τη μορφή ψευδών κατηγοριών, γίνεται συκοφαντία.
Είναι επομένως ψυχικά άρρωστοι οι συκοφάντες, υποφέρουν από την πρόοδο των άλλων, δεν αντέχουν άλλοι να κερδίζουν την προσοχή του κόσμου, να μην είναι μοναδικοί φίλοι ή συνεργάτες.
"Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν". Τα λόγια του Χριστού είναι πάντοτε επίκαιρα. Και στην περίπτωση του συκοφάντη, χολή και δηλητήριο υπάρχει στην καρδιά του κι αυτά βγάζει όταν κατηγορεί. Έχει την ικανότητα να παρουσιάζει έτσι τα γεγονότα που οι άλλοι να πείθονται. Άλλες φορές πάλι σπέρνει τα ζιζάνια του φθόνου και της έχθρας σε ομάδες ανθρώπων. Όμως τιμωρούνται σκληρά. Όπως τα φίδια τιμωρήθηκαν από τον Θεό να έρπουν, έτσι κι οι συκοφάντες έχουν τιμωρηθεί να δηλητηριάζονται συνεχώς από τις επιτυχίες των άλλων και να έρπουν ζητώντας πιεστικά την αναγνώρισή τους από γνωστούς και αγνώστους.
Αλλά κι οι επιπτώσεις από τις ενέργειες του συκοφάντη στην κοινωνία είναι μεγάλες. Σπέρνοντας ψευδείς κατηγορίες καταφέρνει να κλονίσει την εμπιστοσύνη μεταξύ φίλων, συνεργατών, ανδρόγυνου. Τα μικρόβια της αμφιβολίας και της πίκρας που σπέρνει στις καρδιές των θυμάτων του, προκαλούν πολλές φορές ανεπανόρθωτες ζημιές. Κι αν για τον καταδότη, τον κουκουλοφόρο της Κατοχής, τον σπιούνο της Ασφάλειας, υπάρχει ίσως μια μικρή δικαιολογία, ένα μικρό ελαφρυντικό, για τον συκοφάντη, δεν υπάρχει. Ο καταδότης προδίδει ειδήσεις, σπιλώνει υπολήψεις, καταστρέφει οικογένειες, φιλίες. Στοχεύει στην καταστροφή του άλλου μέσα από το ψέμα ή τη διαστρέβλωση γεγονότων. Κι αυτό τον κάνει επικίνδυνο, πιο καταστροφικό κι από την πιο ανίατη ασθένεια.
Αξίζει λοιπόν όχι μόνο να φυλαγόμαστε από τους συκοφάντες αλλά πολύ περισσότερο να μην παρασυρθούμε κι εμείς από οργή σ' αυτό το αμάρτημα.
Ας ελέγχουμε πάντα τα όσα μας λένε οι άλλοι αν είναι αλήθεια ή ψέματα και να μην επαναπαυόμαστε στο γεγονός ότι αυτός που μας μιλά είναι φίλος, συνεργάτης, συνάδελφος. Το ψέμα δεν κρύβεται κάτω από κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα. Κρύβεται πολύ καλά μέσα στην ψυχή των ανθρώπων, κρύβεται πίσω από τον καθωσπρεπισμό εκείνων που θέλουν να φαντάζουν σπουδαίοι, μοναδικοί.
Εύκολα διακρίνει κανείς τον συκοφάντη δίπλα του. Τα λόγια του για τους άλλους στάζουν δηλητήριο εκτός κι αν έχει κάποιο όφελος απ' αυτούς. Κατηγορεί όλους όσους κάνουν προσπάθειες για να ανέβουν επαγγελματικά, κοινωνικά, έχουν καλές δημόσιες σχέσεις, πολλούς φίλους. Μηδενίζει τις επιτυχίες των άλλων και παρουσιάζει τα δικά του επιτεύγματα σαν σπουδαία. Παρουσιάζεται σαν θύμα ενώ είναι θύτης ψυχών.
Συκοφάντες. Ασθενείς που χρειάζονται άμεση θεραπεία. Αρρωστημένες ψυχές, διαβρωμένες από τον εγωισμό, από το σαράκι του φθόνου. Είναι ιάσιμη ή όχι αυτή η αρρώστια;
Σίγουρα θεραπεύεται. Αλλά ο ασθενής θα πρέπει πρώτα να μετανοήσει, να νιώσει το μεγαλείο της ταπείνωσης, ν' ανοίξει την καρδιά του και να γευτεί τη χαρά της απλότητας, της ισότητας, της ελευθερίας. Να μάθει να δίνει κι όχι να ζητά, ν' αρπάζει. Να χαρίζει αγάπη, συμπόνια, στοργή κι όχι να μένει αδιάφορος στη δυστυχία που τον περιτριγυρίζει.
Συκοφάντες. Παγιδευμένες ψυχές στον όλεθρο. Σίγουρα υπάρχει και γι' αυτές ο δρόμος της σωτηρίας, της γαλήνης. Αρκεί να θελήσουν να τον βαδίσουν...